Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

[σκόνη] Οι ζωές των άλλων

Ο Μάριος έκανε μια σκέψη που δεν ήθελε.

Το τρένο άφηνε τους τελευταίους του ήχους που απο μακρυά ακουγόντουσαν σαν τις τελευταίες ανάσες ενός μισοπεθαμένου, όσο οι φύλακες του σταθμού έτρεχαν γύρω-γύρω βρίζοντας και προσπαθώντας να καταλάβουν τι έχει γίνει. Τρεις μορφές έμεναν σταθερές σα βράχοι πάνω στην πλατφόρμα. Τρεις καρδιές χτυπούσαν σε απόλυτη συμφωνία και σε αφύσικους ρυθμούς, αλλά για τρεις διαφορετικούς λόγους.

- Πάρε τα χέρια σου από πάνω μου, τώρα.
- Πες μου τι γίνεται, τι σου είπε;
- Κοίτα γύρω σου. Ο κόσμος τρέχει, κι εμείς καθόμαστε σα να μην τρέχει τίποτα. Δε σου φτάνουν όλα τ’άλλα, θες κι ερωτήσεις από άσχετους;

Κατέβασε τα χέρια της και προσπάθησε να ξαναβρεί την ανάσα της. Ο Άλεξ πήγε να βάλει το χέρι του στον ώμο της αλλά πριν προλάβει να την ακουμπήσει η Κυριακή γύρισε απότομα και του το εκτροχίασε. “Παράτα με κι εσύ.” Δε μπορούσε να καταλάβει αν αυτό που ένιωθε να ανεβαίνει το στέρνο της ήταν δάκρυα, κραυγή απελπισίας ή αηδία. Έκανε δύο βήματα πίσω.

Ο Άλεξ πήγε στη θέση της μπροστά στο Μάριο σε μία ακόμη καταδικασμένη στην αποτυχία προσπάθεια να πάρει το φως πάνω του. “Πού είναι η γκόμενά σου φίλε; Τι προσπαθείς να αποδείξεις έτσι που ήρθες μόνος; Περιμέναμε περισσότερους.” Ο Μάριος άφησε μία ανάσα απογοήτευσης και με όση ηρεμία του είχε μείνει απάντησε φτιάχνοντας το παλτό του: “Πάμε να φύγουμε από δω και άσε τις ερωτήσεις.” Κοίταξε την Κυριακή που κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Προσπαθούσε να καταλάβει την ηλικία της. Ήταν μικρή.

Ο Μάριος έκανε μια σκέψη που δεν έπρεπε.

Περνώντας μέσα από τους παππούδες που έφτιαχναν τις τραγιάσκες τους, τους φύλακες του σταθμού που τους ρωτούσαν αν είδαν τι έγινε και τα μικρά που τσίριζαν για να φύγουν από τα χέρια των μανάδων τους και να πάνε να δουν τα σπασμένα γυαλιά, βρήκαν την έξοδο. “Πού πάμε;” τους ρώτησε συνεχίζοντας να περπατάει μπροστά τους χωρίς να κόβει το βήμα του. Ασυναίσθητα έβαλε το χέρι του στην τσέπη για να βγάλει τον καπνό του, αλλά πάνω στην κίνηση ένιωσε το τηλέφωνό του να δονείται. Το νούμερο ήταν το δικό της. “Ναι, έφτασα… Όχι, τώρα τους βρήκα… Εντάξει, θα τα πούμε σε λίγο… Κι εγώ.”

Ο Άλεξ άνοιξε βήμα και πήγε δίπλα του. Με τη μικρή απογοήτευση της τελευταίας χαμένης ελπίδας, αλλά και την χαρά του ξένου που βλέπει ένα νέο ζευγάρι να φιλιέται πρώτη φορά στον πλακόστρωτο δρόμο, προσπάθησε να πιάσει συζήτηση.

- Πώς τη λένε;
- Ζωή.
- Πού θες να πάμε;
- Κάπου να κάτσω, είμαι στο δρόμο από τα ξημερώματα.
- Πού είναι η Ζωή;
- Ήρθε το πρωΐ. Θα την δω αργότερα.

Η Κυριακή άκουσε τη συνομιλία κι ήρθε κι αυτή δίπλα τους. “Από πού ήρθατε;” “Τι σε νοιάζει… θα μείνουμε όμως.” Τα μάτια της γυάλισαν στο άκουσμα της φράσης; “Σοβαρά, ήρθατε στη θέση μας; Επιτέλους!” Την κοίταξε και ήταν σαν να έβλεπε το σώμα της να χαλαρώνει, ο ένας μυς μετά τον άλλον. Για μία στιγμή μέσα στο χαμόγελό της του φάνηκε συμπαθητική. Σχεδόν ένιωσε άσχημα που θα έπρεπε να την απογοητεύσει, αλλά επέλεξε να περιμένει και να την αφήσει λίγο ακόμα στην αυταπάτη της. “Τελικά ο Χρίστος είχε δίκιο, όλα γίνονται σωστά,” την άκουσε να συνεχίζει το μονόλογό της, όσο ο Άλεξ κοιτούσε νευρικά γύρω του. Κάτι του έφταιγε, και μόλις είχε αρχίσει να το συνειδητοποιεί. Σ’ένα κεφάλι τριάντα πόντους πιο δίπλα, η συνειδητοποίηση βρισκόταν λίγα βήματα μπροστά. Αποφάσισε να ρωτήσει.

- Γιατί δεν ήρθατε μαζί;
- Μαζί ήρθαμε.
- Όχι, αυτή ήρθε νωρίτερα ενώ ο Χρίστος είναι πάλι στο δρόμο.
- Ναι.
- Περίμενα περισσότερους.
- Δε σου φτάνουν δύο;
- Ναι, αλλά… είστε ζευγάρι;
- Ίσως.
- Δεν καταλαβαίνω.

Τα σύννεφα είχαν αρχίσει πάλι να μαζεύονται.

Η Κυριακή συνέχισε την αισιόδοξη σκέψη της προσπαθώντας να κατευνάσει πρώτα τον Άλεξ και μετά τον εαυτό της. “Άστο ρε παιδί μου, εντάξει, τελείωσε, τώρα θα πάμε να τους βρούμε κάπου να μείνουν, οι άλλοι είναι έτοιμοι, θα βρούμε το μέρος, θα κάνουμε την ανταλλαγή και όλα θα είναι εντάξει. Τελειώσαμε, χαλάλι οι πέντε μήνες που μας είχε ο άλλος στο περίμενε. Πάνε όλα, φεύγουμε.” Σχεδόν χοροπήδησε στο δρόμο και δεν ήθελε καν να ανάψει τσιγάρο. Ο Μάριος την έβλεπε να χαίρεται και να κοιτάζει στον ουρανό περιμένοντας ακόμα τη βροχή που θα ξέπλενε τη βρώμα από πάνω της.

“Πέντε μήνες, ε;” ρώτησε ο Μάριος. “Ναι ρε γαμώτο, πέντε μήνες, αλλά άξιζαν όλα…” συνέχισε η Κυριακή. Μία αστραπή φώτισε τα κουρασμένα πρόσωπά τους.

Ο Μάριος άφησε τη σκέψη του να γίνει λέξεις:

“Δεν ξέρω πόσο θα μείνω με τη Ζωή, αλλά εσείς δε φεύγετε από εδώ. Όχι έτσι τουλάχιστον. Και δεν είμαστε οι αντικαστάτες σας, αλλά εσείς οι δικοί μας.”

Βράδιαζε και το σοκάκι δίπλα απ’ τις τουαλέτες του σταθμού γέμιζε απ’ τους τακτικούς θαμώνες του -άντρες κάθε ηλικίας, φυλής και κοινωνικού στάτους. Η κοπέλα έριξε ένα αηδιασμένο βλέμμα κι άναψε τσιγάρο με την καύτρα του προηγούμενου, τείνοντας το πακέτο στον διπλανό της. Χρειάστηκε να του το φέρει κυριολεκτικά μπροστά στα μάτια γιατί το θέαμα τον είχε απορροφήσει. Κάπνισαν σιωπηλοί, ο καθένας χαμένος στις σκέψεις του. Κάποια στιγμή η ανακοίνωση της άφιξης ακούστηκε από τα μεγάφωνα, μαζί με το μακρινό βουητό της μηχανής. Εκείνος πέταξε το τσιγάρο κι έκανε να σηκωθεί, όμως το χέρι της κοπέλας προσγειώθηκε -αυταρχικά και άγρια- στον αυχένα του.

“Κάτσε κάτω. Μπορεί να έρχεται μόνος του. Ας μη φανούμε τελείως απελπισμένοι από τώρα.”

Συνοφρυώθηκε, πήγε ν’ απαντήσει, χάζεψε για λίγο το πάτωμα κι έπειτα έκλεισε το στόμα κι επέστρεψε στη θέση του. Δεν είχε νόημα να της αντιμιλήσει. Ο κόσμος τους βαφόταν αργά αλλά σταθερά με αποχρώσεις του γκρίζου και δε χρειάζονταν πια να κοιτάξουν για να το καταλάβουν. Το ένιωθαν στον αέρα και στη γεύση με την οποία ξυπνούσαν κάθε πρωί. Οπότε -εντάξει. Ας την άφηνε να κάνει το κομμάτι της, ας έκανε κι αυτός το δικό του όποτε παρουσιαζόταν ευκαιρία. Οτιδήποτε για να σπάσει λίγο αυτό το γκρίζο -κι ας κατέληγε μαύρο τις περισσότερες φορές. Ήταν κι αυτό μια αλλαγή.

Το βουητό δυνάμωσε, έγινε θόρυβος και τρίξιμο μετάλλων και το τρένο εμφανίστηκε μπροστά τους. Η μεσαία πόρτα άνοιξε και μετά από μια γιαγιά και δυο πιτσιρίκια που φλυαρούσαν ακατάπαυστα κατέβηκαν δυο τύποι -μαυροντυμένοι, τυλιγμένοι στις σκιές ακόμα κι αν έπεφτε κατευθείαν πάνω τους το φως της πλατφόρμας.

Της ξέφυγε μια βρισιά.

“Τι σου είπα πριν λίγο;”

Γύρισε προς το μέρος της απορημένος.

“Τι; Ήρθαν;”

“Σήκω. Και μη σκας. Δείξε όσο απελπισμένος θέλεις. Το ξέρουν.”

Με δυο βήματα οι τέσσερεις συναντήθηκαν και ο μακρυμάλλης πήρε το λόγο.

“Μάριε, από δω η Κυριακή και ο Άλεξ. Παιδιά, ο Μάριος.”

Παρατήρησε τις ματιές που ανταλλάχθηκαν μεταξύ τους -απόρριψης, υποτίμησης και λάγνου καρφώματος- και γέλασε χαιρέκακα.

“Εμένα θα με συγχωρήσετε, έχω κι ένα τρένο να προλάβω” είπε και χώθηκε πίσω στο βαγόνι. Λες και περίμεναν αυτή του την κίνηση, κανείς τους δεν αντέδρασε. Έμειναν να κοιτάζονται αμήχανα ενώ το τρένο απομακρυνόταν με τον γνωστό, εκνευριστικό του θόρυβο.

“Μάριος είπαμε;” ρώτησε ανάβοντας ακόμα ένα απ’ τα βρωμερά της τσιγάρα. Στο καταφατικό του νεύμα έσκασε ένα ψυχρό χαμόγελο.

“Ούτε εσύ μιλάς πολύ, ε; Καλά, δεν πειράζει. Ελπίζω τουλάχιστον ν’ ακούς περισσότερο απ’ αυτόν εδώ, γιατί-”

“Περίμενε.. εσείς οι δυο.. δεν είστε..”

Τα πρόσωπά τους σκοτείνιασαν μονομιάς. Δάγκωμα χειλιών, σφίξιμο γροθιών και ο Μάριος θα έπαιρνε όρκο ότι μπορούσε να δει τις σπίθες απ’ την ένταση στην ατμόσφαιρα.

“Γιατί..” είπε σιγανά ο Άλεξ, “γιατί το σκέφτηκες αυτό για μας;”

“Δεν ξέρω.. έτσι το είπα” μαζεύτηκε αμέσως κι έτσι όταν η Κυριακή τον βούτηξε απ’ το γιακά, δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Το ξάφνιασμα και οι κοινωνικές συμβάσεις γυναίκα-δημόσιος χώρος τον κράτησαν ακίνητο. Και ξαφνικά του φάνηκε σαν να πάγωσε μαζί του και όλος ο υπόλοιπος κόσμος -σταθμός, ταξιδιώτες, το ρολόι στον τοίχο- αφήνοντας μονάχα τα αγριεμένα μάτια της κοπέλας να τρεμοπαίζουν και τον άλλον να κάνει κύκλους γύρω τους με τα χέρια στις τσέπες, σκυφτός, σαν όρνιο που περιμένει πλησιάζοντας.

“Για να μαντέψω..” άκουσε τη φωνή του Άλεξ κάπου πίσω απ’ την πλάτη του. “Κάποτε είχες μια γκόμενα. Σας στείλανε εκεί που σας στείλανε. Τα σκατώσατε -εσείς ή κάποιοι άλλοι, δεν έχει σημασία. Και τότε εμφανίστηκε ο από μηχανής θεός με την κοτσίδα και σας πρόσφερε τη σωτηρία στο πιάτο -αρκεί να του δίνατε αυτό που απ’ την αρχή ήθελε και να εξαφανιζόσασταν απ’ την πόλη. Καλά το παω μέχρι εδώ;”

Ο δείκτης του ρολογιού άρχισε να τρέμει και ένα ράγισμα φάνηκε στη τζαμαρία του σταθμού. Ένιωσε τα δάχτυλα της Κυριακής να σέρνονται πάνω στο στήθος του. Ανατρίχιασε. Κόλλησε το σώμα της στο δικό του κι ακούμπησε τα χείλη της στο λαιμό του. Η φωνή της ήταν τόσο σιγανή που σχεδόν τη σκέπαζαν οι χτύποι της καρδιάς του.

“Που είναι η γκόμενά σου; Που είναι οι υπόλοιποι; Ήρθες μόνος σου να βοηθήσεις εμάς. Ακόμα να καταλάβεις ποιος θ’ αντικαταστήσει ποιον;”

Ο Μάριος πήρε μια βαθιά ανάσα, προσπάθησε να κατανοήσει αυτά που μόλις άκουσε και κάπου ανάμεσα στη συνειδητοποίηση και την εκπνοή, η τζαμαρία έσπασε μ’ έναν εκκωφαντικό κρότο κι ο χρόνος άρχισε ξανά να κυλάει.

Σηκώθηκε από το πάτωμα του τρένου στηριζόμενος στις θέσεις του βαγονιού. Κοίταξε το μακρυμάλλη που είχε αράξει απέναντι στις δικές τους θέσεις και μ’ένα ηλίθιο χαμόγελο παρατηρούσε ό,τι γινόταν. Με το ίδιο ηλίθιο χαμόγελο ευχαρίστησης που θα είχε ο οποιοσδήποτε βλέποντας το τελευταίο ανεγκέφαλο Αμερικάνικο blockbuster έχοντας μόνη του έννοια το ότι δεν πήρε κι άλλο ποπ-κορν ή μεγαλύτερη κόκα-κόλα πριν ξεκινήσει η ταινία.

“Δεν πάει άλλο,” σκέφτηκε. Όσο του έφευγε η ζαλάδα από το πέσιμο, τόσο του ανέβαινε ο θυμός. Είχε καιρό να το νιώσει. Από τότε που είχε κάνει το “γάμα το” σημαία και την οποιαδήποτε ήττα του την ταξινομούσε ως συγκυρία κι όχι ως δική του αδυναμία. Κοίταξε προς το μέρος της και ένιωσε το αίμα του να βράζει. Πέταξε το εισιτήριό του στο κάθισμα και στάθηκε όρθιος στο διάδρομο με τα χέρια στη μέση. Έκλεισε λίγο τα μάτια του και μόλις ένιωσε το βλέμμα και των δύο να πέφτει πάνω του τα άνοιξε και με μία κραυγή όρμηξε στο μακρυμάλλη. Πριν εκείνος καταλάβει τι γίνεται είχε φάει ήδη δύο σφαλιάρες. Ήταν τόσο θυμωμένος που δεν είχε ούτε πλάνο, ούτε στόχο, ούτε τίποτα η επίθεσή του. Απλά χτυπούσε με όποιο άκρο του μπορούσε και σε όποιο σχήμα αυτό προλάβαινε να πάρει πριν να προσγειωθεί στο σώμα του μακρυμάλλη.

“Κάτσε ρε περίμενε,” φώναξε εκείνος κάτω από τα χέρια του, προσπαθώντας να καλύψει το κορμί του από τα χτυπήματά του. Εκείνη από απέναντι πετάχτηκε και πήγε να τον τραβήξει από τους ώμους. Όταν κατάλαβε τα χέρια της πάνω του γύρισε προς το μέρος της και κόλλησε τα μπράτσα της στο σώμα της. Την πήγε έτσι πίσω στη θέση της ξαναγυρνώντας προς το μέρος του μακρυμάλλη. Πέντε δευτερόλεπτα δουλειά, αλλά αρκετά για να αλλάξουν τις ισορροπίες. Αλλά όχι για περισσότερο από τα επόμενα πέντε δευτερόλεπτα.

Το βλέμμα του έπεσε στο μαχαίρι στα χέρια του μακρυμάλλη.

“Ηρέμησε φίλε, ηρέμησε, δε θέλω να σου κάνω κακό.”

Ένιωθε κάθε σταγόνα του αίματος του να κυλάει μέσα στις αρτηρίες του. Ξανακοίταξε το μαχαίρι και η ίδια φράση κόλλησε στο μυαλό του. “Δεν πάει άλλο.” Με μια κλωτσιά πέταξε το μαχαίρι από το χέρι του. Το άκουσε να χτυπάει με δύναμη στο τζάμι της πόρτας του βαγονιού.

Δεν κινήθηκε. Δε συνέχισε την επίθεση. Δεν είχε νόημα. Δεν άλλαζε τίποτα.

- Πες μου τι θες.
- Κάτσε, ηρέμησε.

Η κοπελιά προσπάθησε να μπει στη συζήτηση. “Τι γίνεται επιτέλους;” “Σκάσε εσύ,” της ήρθε η απάντηση πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση της. Τον ήξερε τόσο καιρό, δεν τον είχε ξαναδεί έτσι. Τόσο απότομο, τόσο ανήμπορο να ελέγξει τις πράξεις και τις λέξεις του και να δρα μόνο με το ένστικτο. Ακόμα και τότε, όταν την έδιωχνε, τα μάτια του είχαν μία ηρεμία που μέσα στη θλίψη της την έκαναν να πιστεύει ότι δεν ήξερε όλη την αλήθεια. Τώρα έβλεπε μόνο θυμό.

- Πες μου τι θες. Γιατί με βρήκες; Γιατί αυτή πάει στο χωριό;
- Γιατί δεν κάνετε λίγη υπομονή; Σε λίγες ώρες…
- Δεν ξέρω γι’αυτή, αλλά εγώ δε γουστάρω.
- Ηρέμησε, αφού ξέρεις ότι θα γινόταν αυτό.
- Κόψε ρε τις μαλακίες, δε σε παίρνει. Δε γουστάρω άλλο. Δε γουστάρω, δε θέλω. Δεν τό’χω σε τίποτα να σε σπάσω στο ξύλο και να κατέβω στον πρώτο σταθμό και να πάτε να γαμηθείτε κι εσύ κι αυτή.
- Εντάξει, θα σου πω, αλλά κάτσε κάτω.

Πήγε ο καθένας πίσω στη θέση του. Το ζευγάρι σε απέναντι καθίσματα, ο μακρυμάλλης από την άλλη πλευρά. “Ακούω,” του είπε, όσο εκείνος έπαιρνε μία βαθιά ανάσα.

“Λοιπόν, θυμάσαι όταν σε βρήκα στο δάσος; Είχες κάνει τη μαλακία σου και είχες αφήσει τη Ζωή να αγοράσει τα κλειδιά, όσο κι αν σου είχαν πει οι άλλοι ότι πρέπει να είσαι σίγουρος ότι θα τα πάρεις από κάπου που δεν υπάρχει άλλη μήτρα.”

Η Ζωή τον κοίταξε απορρημένη. Πρώτα απ’όλα πώς ήξερε ο μακρυμάλλης τ’όνομά της; Και πιο βασικό, κανένας δεν ήξερε για τα κλειδιά πέρα από αυτήν και το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο που είχε απέναντί της. Εκείνος κοίταζε αφηρημένος γιατί ήταν σίγουρος ότι δεν είχε πει στο μακρυμάλλη τη λεπτομέρεια των κλειδιών. Ήταν το μόνο που δεν του είχε πει.

“Μην ψαρώνεις Μάριε, δε μου τό’πες,” ήρθε η επιβεβαίωση. “Πολλά δε μου είπες, αλλά τα ξέρω. Και ξέρεις ότι τα ξέρω.” Ο Μάριος γύρισε το κεφάλι του προς το πάτωμα. “Όχι πάλι,” σκέφτηκε. “Όχι πάλι.”

Ο μακρυμάλλης συνέχισε. “Σου είπα ότι θα σας προστατέψω όλους αρκεί να μου δώσεις τα κλειδιά και να τους διώξεις όλους από την πόλη με πρώτη τη Ζωή. Το κουτί θα ήταν ασφαλές.”

Ο Μάριος σήκωσε το κεφάλι του και τον διέκοψε. “Το έκανα, τι σκατά θέλεις τώρα;”

“Ηρέμησε ρε γαμώτο, ηρέμησε. Δε θέλω τίποτα. Όχι από σας. Σου είπα όμως ότι αυτή η ιστορία είναι τόσο παλιά όσο ο χρόνος, κι επαναλαμβάνεται. Με άλλους χαρακτήρες κάθε φορά. Κι αυτό ήταν το μόνο που έπρεπε να ξέρεις εκείνη την ώρα για να δεχτείς.”

Η Ζωή αφαιρέθηκε και κοίταξε τις αντανακλάσεις τους στο παράθυρο. Είδε το μακρυμάλλη να σηκώνει τα χέρια του και να τα δένει πίσω από το κεφάλι του στηρίζοντάς το στην πλάτη της θέσης του. Την κοίταξε μέσα από την αντανάκλασή του.

“Κάθε δέκα χρόνια. Πάμε να βρούμε τους αντικαταστάτες σας.”

Στην κατσαρόλα έβραζε κάτι απροσδιόριστο και η γυναίκα με την ποδιά και την ξινισμένη φάτσα το ανακάτευε μηχανικά, χωρίς να το κοιτάζει. Σαν να το σιχαινόταν.

“Κοίτα να δεις πως έχουν τα πράγματα… πρώτα απ’ όλα δε γουστάρω φασαρίες. Δε με νοιάζει τι σου έχει τάξει ο αδερφός μου. Τώρα στο σπίτι μένω εγώ. Αν έχεις πρόβλημα περίμενέ τον να γυρίσει και μετά κάντε ο,τι καταλαβαίνετε. Αν όμως θες το σπίτι τώρα, it’s my way or the highway. Κατανοητό;”
“Απόλυτα” ψιθύρισε η κοπέλα που στεκόταν στην κάσα της πόρτας.
“Ωραία. Τι το θες το σπίτι λοιπόν;”
“Σου είπα. Για ένα πάρτι”
“Μάλιστα. Γιατί δεν το κάνεις στο δικό σου;”
“Είναι μικρό”
“Θα κόψεις το δούλεμα;”
“Την αλήθεια σου λέω. Δεν έχεις έρθει και ποτέ να το δεις άλλωστε”
“Ναι αλλά δεν είμαι χαζή, παρ’ το χαμπάρι επιτέλους! Τι σόι πάρτι έχετε σχεδιάσει που δε χωράει σ’ ένα τριάρι; Η απλά ψάχνετε ένα κορόιδο να σας δανείσει το σπίτι του για να το κάνετε μπουρδέλο;”

Το φαΐ στην κατσαρόλα φούσκωσε και ο αφρός ξεχείλισε στο μάτι τσιτσιρίζοντας. Τα μάζεψε με μια σιγανή βλαστήμια και συνέχισε ν’ ανακατεύει.

“Λοιπόν;”
“Λοιπόν τι;”
“Τι θα κάνετε στο σπίτι -και σε ρωτάω για τελευταία φορά”
“Σου είπα”
“Τότε δεν το συζητάω. Όχι και πάλι όχι. Πήγαινε τώρα γιατί έχω και δουλειές να κάνω -πραγματικές δουλειές κι όχι να παίζω την κολοκυθιά μεσημεριάτικα”

Χωρίς να μπει στο κόπο να χαιρετίσει της γύρισε την πλάτη και κατέβηκε τα σκαλιά. Κοπάνησε με δύναμη την εξώπορτα και βγήκε στον άδειο δρόμο. Μεσημέρι, ντάλα ήλιος και οι μόνοι άνθρωποι που συνάντησε ήταν κάτι παππούδες που έσερναν τα βήματά τους ως το καφενείο. “Κωλοχώρι” σκέφτηκε και ίσα που συγκρατήθηκε να μην βάλει τα κλάματα. Σταμάτησε σ’ ένα περίπτερο για τσιγάρα και καθώς απομακρυνόταν μ’ ένα βρωμερό άφιλτρο στα χείλια της, χτύπησε το κινητό της.

“Δεν το πήραμε. Κι εγώ τι να έκανα μόνη μου, εδώ δε με άφησε να μπω μέσα, θα της- ναι.. ναι, ακούω..”

Έμεινε σιωπηλή, βηματίζοντας νευρικά πάνω κάτω.

“Κοίτα, το ξέρω, αλλά δεν έχουμε χρόνο. Έμεινε μόνο μια βδομάδα, χρειαζόμαστε κι άλλους. Έστω έναν. Δε γίνεται, κάποιος θα υπάρχει εδώ κοντά. Ναι.. εντάξει, θα περιμένω”

Το μήνυμα παραδόξως δεν άργησε. Το διάβασε ανυπόμονα, έκανε μεταβολή κι άρχισε να τρέχει. Έφτασε στο τέρμα και μπήκε, ακόμα τρέχοντας, στο πρώτο λεωφορείο. Σωριάστηκε σε μια μπροστινή θέση μέχρι να ξαναβρεί την ανάσα της, ενώ ο οδηγός την κοιτούσε εξεταστικά απ’ τον καθρέφτη.
“Εισιτήριο κοπελιά;”
Σηκώθηκε και τον πλησίασε.
“Κάνουμε και χιούμορ… Λοιπόν, το βράδυ πάρε το 7 και σχόλα νωρίτερα. Έχουμε να πάρουμε κόσμο απ’ το σταθμό”
“Πόσοι έρχονται;”
“Ένας, μάλλον. Δεν ξέρω, δεν μου είπε. Σε νοιάζει;”
Ο οδηγός γέλασε στεγνά και έγειρε στο κάθισμά του.
“Όσο νοιάζει κι εσένα. Αλλά αυτά άστα για το βράδυ”

Αποχαιρετήθηκαν μ’ ένα νεύμα και το λεωφορείο ξεκίνησε πριν εκείνη προλάβει ν’ απομακρυνθεί απ’ το χωματόδρομο. Τα μάτια της γέμισαν σκόνη. “Κωλοχώρι”, σκέφτηκε για χιλιοστή φορά και πήρε το δρόμο για το σπίτι της, κλωτσώντας με λύσσα κάθε πέτρα που έβρισκε μπροστά της.

Η νύχτα ήταν στις τελευταίες της ώρες. Κοιτούσε το ταβάνι, προσπαθώντας να φέρει μπροστά του πιθανά σενάρια για το επόμενο βράδυ. Την άκουσε να ανακατεύεται δίπλα του.

- Ξύπνιος είσαι;
- Ναι.
- Γιατί;
- Δεν έχω ύπνο.
- Σκέφτεσαι για αύριο;
- Σκέφτομαι διάφορα.
- Πες μου.
- Δε χρειάζεται ρε συ, άστο.
- Έλα, εντάξει, ξύπνια είμαι κι εγώ.
- Κοιμήσου.
- Όχι αν ξέρω ότι δεν κοιμάσαι.
- Είναι αργά.
- Και;
- Θα χαράξει σε λίγο.
- Δε θες να μιλήσουμε;
- Αφού σου λέω ότι δε χρειάζεται.
- Ναι, αλλά θέλω.

Ξεφύσηξε και γύρισε ολόκληρος προς τη μεριά της.

- Εντάξει λοιπόν, τι θες να μάθεις;
- Τι σκέφτεσαι.
- Μήπως έκανα μαλακία.
- Μπορούμε να κάνουμε πίσω.
- Αποκλείεται.
- Αν δεν είσαι σίγουρος…
- Δε θα είμαι ποτέ. Αλλά δεν είμαι μόνος στην ιστορία.
- Εντάξει, θα καταλάβουν.
- Ρε συ, αν δεν είμαι εγώ ποιος θα φυλάει;
- Θα βρουν άλλον.
- Κι εσύ;
- Θα βρουν κι άλλη.
- Δεν παίζει. Θα πάμε.
- Εντάξει.
- Εσύ δεν το σκέφτεσαι;
- Αφού θα είσαι εκεί.
- Ναι, αλλά δε θα είμαι δίπλα.
- Θα είσαι εκεί. Αν γίνει στραβή θα μας το πεις.
- Ναι ρε συ, αλλά που ξέρω σε τι φάση θα είστε εσείς;
- Ό,τι και να’ναι, θα προλάβουμε. Εσύ μόνο να έχεις ανοιχτά τα μάτια.
- Τα κλειδιά τα έχεις;
- Όπως μου’πες. Δεν τους είπες τίποτα;
- Όχι, υποτίθεται ότι τα πήρα εγώ.
- Εντάξει, τι θα γίνει, κλειδιά είναι.
- Τους ξέρεις μωρέ, ερωτήσεις και βλακείες.
- Είπαμε, κλειδιά είναι.
- Ναι, αλλά για αυτά γίνονται όλα.
- Κάτσε ρε συ, ένα κουτί θα κουβαλάνε. Έχουμε το λουκέτο και τα κλειδιά, τι να πάει λάθος;
- Τα σκατά που θέλουν να βάλουν μέσα.
- Δε σου έχουν πει τίποτα;
- Όχι, αυτό με ανησυχεί.
- Λες να κάναμε μαλακία;

Πριν προλάβει να απαντήσει, τον διέκοψε το τηλέφωνο. Για κάποιο λόγο κανείς τους δεν τρόμαξε από τον ήχο μέσα στα χαράματα. Σα να το περίμεναν, κάπου στο βάθος του μυαλού τους.

- Άστο.
- Μπορεί να μας θέλουν.
- Λάθος θα είναι.
- Σήκωσέ το.

Πήρε το ακουστικό στα χέρια του. Δεν πρόλαβε να μιλήσει καθόλου, το μόνο που έκανε ήταν να ακούει. Η φωνή από την άλλη άκρη ήταν βραχνή αλλά όχι τόσο δυνατή για να φτάσει στα αυτιά της. Προσπαθούσε να μαντέψει από τους μορφασμούς του, αλλά το πρόσωπό του έμενε ανέκφραστο. “Περίμενε, γιατί;” τον άκουσε να ρωτάει, αλλά να μην παίρνει ποτέ απάντηση.

- Τι έγινε;

Την κοίταξε στα μάτια. Το βλέμμα του ταξίδεψε στο πρόσωπό της. Πέρασε νοητά από τις καμπύλες των χειλιών της, στο σημάδι που είχε δίπλα στο αριστερό της αυτί και μόνο αυτή ενοχλούσε, γύρω από το τόξο των μαλλιών της, πριν κατέβει και καταλήξει πάλι στα μάτια της.

- Κάτι για αύριο.
- Τι;
- Για το κουτί.
- Τι;

Έγειρε προς το μέρος της και της ψιθύρισε στο αυτί. Γύρισε το κεφάλι της προς τον τοίχο. Πήρε μια βαθειά ανάσα. Κι άλλη μία.

- Κρυώνω.
- Μη φοβάσαι.
- Δε φοβάμαι, αλλά κρυώνω.
- Από το φόβο είναι.
- Εντάξει, φοβάμαι.
- Όλα θα πάνε καλά.

Ξαφνικά έβαλε τα γέλια με όλο της το σώμα. Γύρισε να τον κοιτάζει έχοντας σχεδόν δακρύσει. Μέσα στο γέλιο της όμως διέκρινε μία κρυμμένη απορία.

- Τι έπαθες;
- Πώς άλλαξαν πάλι οι ρόλοι…
- Πάντα αυτό δε γίνεται;
- Ε, με μας τους δύο.

Χαμογέλασε και κοίταξε προς το παράθυρο. Ο ουρανός φαινόταν κόκκινος, λίγο πριν το χάραμα. Τράξηξε το πάπλωμα για να τη σκεπάσει.

- Βρέχει.
- Το ακούω.
- Λες να βρέχει αύριο;
- Λες να αλλάξει τίποτα;
- Σοβαρά τώρα, πιστεύεις ότι με νοιάζει;

Οι ρόλοι μπορεί να αλλάζουν. Οι λέξεις ποτέ.

Το τρένο σταμάτησε και ανέβηκαν αμίλητοι. Πέρασαν μέσα από τα μισοφωτισμένα βαγόνια σαν υπνωτισμένοι. Εκείνη εντόπισε πρώτη τη θέση της. Αντίθετα στη φορά του τρένου αλλά -ευτυχώς- δίπλα στο παράθυρο. Τουλάχιστον θα είχε κάτι άλλο να κοιτάζει, γιατί η δική του θέση ήταν η ακριβώς απέναντι.

“Αν σε πειράζει να κάθεσαι ανάποδα.. μπορούμε ν’ αλλάξουμε” της είπε χαμηλόφωνα. Δεν του έριξε ούτε ένα βλέμμα -αντίθετα περιεργάστηκε το υπόλοιπο βαγόνι. Ήταν μόνοι τους κι έτσι δε χρειαζόταν να συγκρατήσει το γέλιο που ξέσπασε μέσα της. Έγειρε το κεφάλι της στο πλάι και το άφησε να βγει -κι αυτό, σωστό κύμα, την παρέσυρε. Τα μάτια της έκλεισαν και υγράνθηκαν, το στήθος της ανεβοκατέβαινε σπαστικά και τα χέρια της, που τόσο ήθελε να βάλει μπροστά στο πρόσωπο όση ώρα γελούσε, απλά δεν την υπάκουγαν.

“Σοβαρά τώρα..” του είπε μόλις ηρέμησε, “πιστεύεις ότι με νοιάζει;”

Της γύρισε την πλάτη και για πρώτη φορά ευχήθηκε να μπορούσε εκείνη να διάβαζε τις σκέψεις του. Αυτό που κάποτε φοβόταν σαν την κατάρα, τώρα το ήθελε όσο τίποτα άλλο στον κόσμο. Γαμώτο. Γαμώτο. Πάντα είχε ένα εκατομμύριο πράγματα στο μυαλό του, ένα εκατομμύριο πράγματα που δεν έπρεπε να ειπωθούν -αλλά τουλάχιστον παλιότερα τα ψέματα έβγαιναν εύκολα. Χωρίς προσπάθεια. Τα έσπρωχνε η ανάγκη -ένα δυνατό συναίσθημα που τώρα είχε ξεφτίσει. Δε γινόταν και διαφορετικά. Είχε ζήσει τόσα χρόνια σύμφωνα με τις επιταγές της, που πλέον την ένιωθε κομμάτι του. Γι’ αυτό και, ενώ την υπολόγιζε, είχε πάψει οριστικά να τη σέβεται.

Το τρένο ξεκίνησε απότομα και τον έπιασε απροετοίμαστο, καθώς προσπαθούσε να στριμώξει τη βαλίτσα του στη σχάρα και τους φόβους του κάπου βαθιά κι απλησίαστα. Γλίστρησε πίσω και το κεφάλι του χτύπησε με φόρα πάνω στην πόρτα. Κάτι φώναξε και προσπάθησε μάταια να κρατηθεί απ’ τον αέρα. Η τσάντα έσκασε στα πόδια του, η μέση του συνάντησε βίαια το πάτωμα και το εισιτήριο που τσαλάκωνε στα χέρια του κατέληξε, με μια στροβιλιστική κίνηση, μπροστά της.

Με μια κλωτσιά παραμέρισε την τσάντα κι ακούμπησε αντανακλαστικά το κεφάλι του. Πονούσε και το ένιωθε σαν αγκαθωτή θερμοφόρα. Δεν είδε αίμα -καλό σημάδι. Προσπάθησε να στηριχτεί στα χέρια του αλλά το τρένο έτρεχε γρήγορα. Γλίστρησε ξανά κι αυτή τη φορά έμεινε εκεί, ξαπλωμένος στο βρώμικο πάτωμα με το οπτικό του πεδίο να θολώνει και να ξεθολώνει σαν χαλασμένο view master. Το σοκ είχε περάσει τα όρια των σκέψεων, επηρέαζε και το σώμα του και για μια στιγμή, πριν τη δει να σηκώνεται, σκέφτηκε ότι πραγματικά, δε θα τον πείραζε να πέθαινε. Εκεί, μ’ αυτόν τον τρόπο. Σε ένα ηλίθιο μέρος, από μια ηλίθια πτώση.

Τον πλησίασε κι εκείνος γέμισε ελπίδα, σίγουρος ότι θα ακούσει κάτι που να δηλώνει ενδιαφέρον -είσαι καλά, χτύπησες- κάποια κλασσική κι αυθόρμητη φράση τέλος πάντων. Οτιδήποτε. Μπορούσε να πιαστεί απ’ το οτιδήποτε, να σηκωθεί, να υποκριθεί πως όλα είναι καλά. Να πνίξει αυτό που ήξεραν και οι δυο -πως όταν βρίσκονται μαζί έχουν το θάνατο στο κατόπι τους.

“Δεν πάμε στο ίδιο μέρος” του είπε ψυχρά και πέταξε το εισιτήριο στο στήθος του.

Δέκα χρόνια.

Μία νύχτα και μία λάθος λέξη άλλαξαν τη ζωή του. Αυτό που λένε για μία πεταλούδα που αποφασίζει να αλλάξει λουλούδι στην Κίνα και σηκώνεται κύμα στη Βραζιλία; Αυτό ακριβώς. Το μόνο που ήθελε ήταν να βρει εκείνη την πεταλούδα και να τη λιώσει. Όσο όμορφη κι αν ήταν, όσο ξεχωριστή, όσο σπάνια. Έφερε το χάος, την υποχρέωση, το μίσος, κι αυτό δε θα της το συγχωρούσε ποτέ.

Τον έκανε να ταξιδεύει, πάνω που είχε αρχίσει να αράζει, πάνω που είχε αποφασίσει να ηρεμήσει, πάνω που το νερό είχε μπει στ’αυλάκι. Αλλά έπιασε καταιγίδα και το αυλάκι είχε μπαζωθεί. Το νερό έγινε χείμαρρος που δε μπορούσε να περιοριστεί όσο κι αν αυτός προσπαθούσε. Και προσπαθούσε.

Προσπαθούσε να κάνει τον κόσμο να είναι χαρούμενος. Κι ο κόσμος σαν ακρίδα ερχόταν και έτρωγε τα πάντα αφήνοντάς τον να μαζέψει τα κομμάτια από ένα τίποτα. Κι αυτός εκεί, συνέχιζε. Πάλι από την αρχή, πάλι από το μηδέν, πάλι να χτίσει αυτά που γκρέμιζαν οι άλλοι.

Δεν τον ένοιαζε.

Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να κινείται και να δουλεύει. Να βλέπει με τα δανεικά του μάτια που είχε ακόμα γιατί είχε πει εκείνη τη λάθος λέξη στον μόνο που δεν έπρεπε να την ακούσει. Επειδή τον είχε βρει σε ένα μέρος, μέσα σε μία κρυψώνα, εκεί που δεν περίμενε να υπάρχει ψυχή, και του είπε ότι μπορεί να τον σώσει. Και τον πίστεψε. Πουτάνα πίστη, πάντα ήθελε αντάλλαγμα. Το έδωσε. Σώθηκε. Και όσο κι αν δεν το ήθελε, έπρεπε να σώσει αυτός τους άλλους, ξεκινώντας πρώτα από αυτή.

“Μείνε μακρυά, ξέχασέ με, ξέχασέ τα όλα. Φύγε. Δεν υπάρχω.”

Δέκα χρόνια.

Η ζωή της πέρασε μπροστά από τα μάτια της, αλλά η εικόνα ξεκίνησε δέκα χρόνια πριν. Σα να είχε γεννηθεί τότε, ή να είχε πεθάνει τελευταία φορά. Η ίδια διαφορά, το ίδιο αποτέλεσμα, το ίδιο σενάριο.

Πέρασε μέσα από το τρέξιμο εκείνης της νύχτας και τη συνάντηση της επόμενης μέρας στο λιμάνι. Την εικόνα του να της λέει να μείνει όσο πιο πολύ μακρυά του μπορεί. Να της λέει ότι είναι κι οι δύο ζωντανοί επειδή δεν πρέπει ποτέ να μιλήσουν σε κανέναν για την περασμένη νύχτα. Τα δάκρυα στα μάτια της, τον πόνο της απορίας, το μάταιο του γιατί. Την πλάτη του να απομακρύνεται κι αυτός να μη ρίχνει έστω και μία κλεφτή γαμημένη ματιά πίσω για να κρατήσει την εικόνα της. Την εικόνα που μόνο αυτός μπορούσε να δει καθαρότερα από όλους τους άλλους.

Τη μετακόμιση, τη νέα ζωή σε ένα μέρος όσο πιο μακρυά γινόταν στην προσπάθειά της ακόμα κι έτσι να του δείξει πόσο πολύ τον αγάπησε, μόνο και μόνο για να τον ξεχάσει. Την προσπάθεια να μιλήσει με κάποιον, οποιονδήποτε, και τη μόνιμη απόρριψη. Τις δουλειές και τις σπουδές που έκανε για δεύτερη φορά, το τρέξιμο από το πρωΐ μέχρι το βράδυ. Τα πρόσωπα που πέρασαν και δεν ακούμπησαν, κι αυτά που ακούμπησαν αλλά καλύτερα να μην είχαν περάσει. Την κούραση, την κούραση, την κούραση. Τις νύχτες που δεν ξημέρωναν με τίποτα, γιατί τα χέρια που την ακουμπούσαν ήταν ξένα και πάντα κρύα. Το χειμώνα που δεν έφευγε ποτέ.

Την επιφάνεια στην οποία έμαθε να ζει και στο τέλος να διαχειρίζεται. Το συμβιβασμό και την προσπάθεια για να τον συνηθίσει. Την κοροϊδία του εαυτού της με κάθε λεπτό που περνούσε και τα πνιγμένα δάκρυά της στο σκοτάδι κάθε φορά που άλλαζε πλευρό. Τη φυγή με το μυαλό της σε μέρη ακόμα πιο μακρυνά που ήξερε μόνο αυτή και δε θα άφηνε κανέναν άλλο να βρει. Το είδωλό της στον καθρέφτη κάθε μέρα να φαίνεται διαφορετικό.

Δέκα γαμημένα χρόνια.

Τόσα όσα χρειάστηκαν για να σπρώξουν μία νύχτα στα αζήτητα της μνήμης τους. Και μία νύχτα δέκα χρόνια μετά για να καταλάβουν ότι απέτυχαν.

- Ποιός είναι αυτός; Πού τον ξέρεις; Εσύ τον έβαλες να με βρει;
- Όχι… είχα να τον δω δέκα χρόνια κι αυτόν. Όλοι τον ξέρουμε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Αλλά δεν το ξέρουν όλοι.

“Ρε σεις, περίμενα περισσότερα. Ξέρω γω, τίποτα κλάμματα, ένταση… με απογοητεύετε. Εγώ γαμιέμαι δω πέρα κι εσείς παίζετε. Τέλος πάντων, είναι ώρα.” Το τρένο ακούστηκε από μακρυά. “‘Η τώρα ή ποτέ” σκέφτηκαν οι δύο από τους τρεις. Ο τρίτος απλά ήξερε την απάντηση.

“Άντε ρε, κουνηθείτε.” Έσκυψε, πήρε τα κλειδιά και τα έβαλε πίσω στην τσέπη του. Όταν το έβγαλε, το χέρι του κρατούσε το εισιτήριό της. “Δικό σου όμορφη. ‘Η μόνο αυτός μπορεί να σε λέει έτσι;”

“I guess it was the beatings made me wise/ but I’m not about to give thanks or apolog-”
Μ’ ένα απότομο σπρώξιμο στην πλάτη, έπεσε μπροστά. Πριν προλάβει να ξαναβρεί την ισορροπία και την ψυχραιμία του, δυο χέρια του τράβηξαν τ’ ακουστικά με δύναμη. Πόνεσε.

“Πας καλά ρε;”
Ένας ξέπνοος ψίθυρος που βρώμαγε τσιγάρο μπούκωσε τα ρουθούνια του και το σπρώξιμο έγινε λαβή που τον κόλλησε στον τοίχο.
“Είπαμε να τα φορέσεις για ξεκάρφωμα, όχι ν’ ακούς κιόλας.”
“Εντάξει, πως κάνεις έτσι; Αφού δεν περνάει ψυχή..”, απάντησε εξίσου λαχανιασμένος απ’ την τρομάρα.
“Ναι αλλά αν. Αν, λέμε.. τότε την πουτσίσαμε. Όλοι.”
Πρέπει να διέκρινε τον φόβο που πέρασε απ’ τα μάτια του, γιατί παρ’ όλο που ήταν ακόμα φορτωμένος, τον άφησε απότομα.
“Άντε, ξεκόλλα τώρα. Ξεκινάμε. Τα μάτια σου δεκατέσσερα κι ο,τι δεις.. ξέρεις”

Ήξερε -για κακή του τύχη- αλλά ένευσε ανόρεχτα, σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να το παίξει άνετος. Στην πραγματικότητα η αδρεναλίνη έβραζε μέσα του και μετά βίας συγκρατιόταν και δεν ορμούσε στο τσούρμο που κρυβόταν στους θάμνους. Χωρίς αμφιβολία γούσταρε που ήταν εκεί, αλλά δεν έπαυε να μισεί το άχαρο καθήκον του τσιλιαδόρου. Έχωσε τα χέρια βαθιά στις τσέπες του κι ευχήθηκε να είχε ένα τσιγάρο. Η αμηχανία τον σκότωνε και σε συνδυασμό με την απόρριψη που -επίτηδες ή όχι- εισέπραττε από τους υπόλοιπους, ένιωθε το λιγότερο νεκροζώντανος. On speed.

Άκουσε τις φωνές τους καθώς απομακρύνονταν.

- Τα έφερες, είναι εντάξει;
- Ναι, ναι. Όλα εδώ.
- Από πού τα πήρ- όχι απ’ το σιδερά ρε γαμώτο! Πες μου ότι δεν τα πήρες απ’ τον σιδερά!
- Και που να βρω ρε μαλάκα λουκέτα κι αλυσίδες -να τα γεννήσω;
- Να πήγαινες στην εθνική ρε, ο χαφιές θα έχει σίγουρα αντικλείδια.
- Ναι, πως. Σιγά μην έχει και τα κλειδιά του Αγίου Πέτρου!
- Σοβαρά, ε; Για πες μου λοιπόν, δε σε ρώτησε τι θα τα κάνεις; Ε; Δε σε ρώτησε;
- Ναι.
- Και;
- Τι “και” ρε μαλάκα, για χαζό μ’ έχεις; Του είπα ότι τα θέλει ο αδερφός μου για τη μάντρα!

Άκουσε την πλαστική σακούλα να σέρνεται, τα μέταλλα να χτυπάνε μεταξύ τους κι έπειτα το γέλιο της καθώς κουνούσε κάτι κλειδιά μπροστά απ’ το πρόσωπό της. Ακριβώς τη στιγμή που της γλίστρησαν απ’ τα χέρια κι έσκασαν στο πεζοδρόμιο, εκείνος, αν και ήταν δέκα μέτρα μακριά κοίταξε αυτόματα κάτω -κι επέστρεψε βίαια στο παρόν. Είδε την ίδια αρμαθιά, σκουριασμένη και δεμένη μ’ ένα ταλαιπωρημένο σύρμα, να πέφτει ανάμεσα στα πόδια του και στα δικά της. Μόνο που αυτή τη φορά δεν τους χώριζαν δέκα μέτρα, αλλά δέκα εκατοστά.

Και δέκα χρόνια.

Έτρεμε όλοκληρη. Από τη μία η βροχή που την πρόλαβε στο δρόμο για το σταθμό, από την άλλη η ένταση. Το κρύωμα που σίγουρα είχε αρπάξει και θα την επισκεπτόταν για τα καλά σε τρεις-τέσσερις μέρες δεν την ένοιαζε, ήξερε τι να κάνει. Το ότι όμως ήταν σ’ένα τηλεφωνικό θάλαμο στις 4 τα ξημερώματα και περίμενε να χτυπήσει το τηλέφωνο πώς να το αντιμετωπίσει; Δεν ήξερε καν ότι τα τηλέφωνα στους θαλάμους έχουν όντως νούμερα μέχρι να βγει από το σπίτι της το απόγευμα — νόμιζε ότι αυτό γινόταν μόνο σε κακόγουστες αμερικάνικες ταινίες.

Όταν ξύπνησε το πρωΐ η πρώτη σκέψη της ήταν ότι αυτή η μέρα είχε μόνο σκοπό να χαθεί. Υποχρεώσεις δεν είχε. Το προηγούμενο βράδυ δεν ήταν κουραστικό, αλλά απλά βαρετό με τα ίδια πρόσωπα και τα ίδια μέρη. Κοίταξε έξω από το παράθυρο και είδε τα σύννεφα να μαζεύονται, αλλά να μη φαίνονται απειλητικά. Το μόνο που ήθελε ήταν ένα καλό βιβλίο και μια ζεστή σοκολάτα. Ο πρώτος της προσωπικός θρίαμβος ήταν ότι τα είχε και τα δύο. Άραξε στον καναπέ και πριν κοιτάξει το ρολόϊ της για δεύτερη φορά είχε φτάσει απόγευμα. Χτύπησε το τηλέφωνο από ένα νούμερο που προσπαθούσε να ξεχάσει αλλά ακόμα δε μπορούσε να αγνοήσει.

- Λέω να πάω από το μπαράκι, θα περάσεις;
- Δε νομίζω.
- Έχω τα πράγματά σου.
- Στείλτα.
- Είναι πολλά και φεύγω αύριο, δεν προλαβαίνω.
- Καλά… θα είμαι εκεί σε κανά δύωρο.

Οι κινήσεις της ήταν αργές όσο ετοιμαζόταν κι αργότερες όσο περπατούσε προς τα εκεί. Η μέρα ακόμα ήταν χαμένη. Οι σκέψεις της άδειες όσο έβλεπε τον ουρανό να μαυρίζει από σύννεφα κι από την ώρα που περνούσε. Όταν έμπαινε στο μαγαζί ήταν πια βράδυ. Κι όσο κι αν δεν το ήθελε, πάλι είχε φτάσει πρώτη. Κοίταξε το άδειο τραπέζι στη γωνία, αλλά προτίμησε να μη δώσει κανένα δικαίωμα. Κάθησε στην άλλη πλευρά, δίπλα στο τζάμι, για να μπορεί να διώξει το βλέμμα της αν χρειαζόταν. Πήρε ένα ξενέρωτο χυμό σε μία ακόμα προσπάθεια να μη δημιουργήσει προσδοκίες.

Το μάτι της έπεσε σε έναν τύπο που στεκόταν στο πεζοδρόμιο με την πλάτη του στη τζαμαρία. Έπαιζε με ένα παλιό κατοστάρικο, από αυτά που είχε να δει χρόνια ολόκληρα και ήταν πια μία ανάμνηση για τον περισσότερο κόσμο. Αφαιρέθηκε και άρχισε να τον παρατηρεί. Το περνούσε από δάχτυλο σε δάχτυλο χωρίς να κοιτάζει το χέρι του, αλλά κοιτάζοντας ψηλά στον ουρανό. Εκείνη χαμογέλασε λίγο, απολαμβάνοντας το θέαμα. Εκεί που συνέχιζε τη μικρή επίδειξη ευλιγισίας δαχτύλων, ο τύπος πέταξε το κέρμα στον αέρα κι εκείνη ασυναίσθητα παρατήρησε την πορεία του μέχρι να αρχίσει να επιστρέφει. Άφησε την προσοχή της τόσο όσο χρειαζόταν για να μην καταλάβει ότι όσο το κέρμα ανταγωνιζόταν τη βαρύτητα σε μια χαμένη μάχη, αυτός της είχε γύρισει πρόσωπο. Πιάνοντας το νόμισμα της πέταξε το πιο επικύνδινο βλέμμα που είχε δει εδώ και καιρό. Της έδειξε το νόμισμα από το τζάμι και με αργό βήμα μπήκε στο μαγαζί. Ήρθε στο τραπέζι της, σε όλη τη διαδρομή έχοντας καρφωμένο το βλέμμα του πάνω της. Άφησε το νόμισμα κι ένα χαρτί στο τραπέζι της.

“Μπορώ να σου αλλάξω τη ζωή.” Κι έτσι, όπως εμφανίστηκε, γύρισε πλάτη κι έφυγε. Το χαρτί έγραφε μόνο “Σταθμός, θάλαμος στην πλατφόρμα. 4πμ. Σήκωσέ το όταν χτυπήσει.”

Τις επόμενες ώρες όλα της φαινόντουσαν λεπτομέρειες. Καταλάβαινε ότι οι αισθήσεις της βαράγαν υπερωρίες όλο το διάστημα, αλλά δεν είχε εικόνες. Δεν είχε την εικόνα του να της δίνει μία σακκούλα με τα πράγματά της, δε θυμόταν το ότι της είπε πως δε θα την ξαναδεί, ή ότι δε μίλησε όταν της είπε ότι περιμένει να του ζητήσει συγγνώμη. Έφυγε από το μπαρ, πέταξε τη σακκούλα στον πρώτο κάδο που βρήκε μπροστά της, έβαλε το κλειδί στην πόρτα του σπιτιού της. Δεν έβγαλε τα ρούχα της, αγνόησε το θόρυβο από το πάρτυ των γειτόνων. Μόνο κοιτούσε το ρολόϊ του τοίχου μέχρι να περάσει η ώρα και με κάθε δευτερόλεπτο ένιωθε κάθε φλέβα της να χτυπάει πιο δυνατά. Σαν υπνωτισμένη, περπάτησε μισή ώρα μέσα στη βροχή, μπήκε στον άδειο σταθμό και ο απών υπνωτιστής αντί να χτυπήσει τα δάχτυλά του και να τη βγάλει από το λήθαργο προτίμησε να πάρει τηλέφωνο.

“Έλα,” ακούστηκε η φωνή από την άλλη άκρη. “Τον βρήκα. Σε βλέπουμε.” Δίχως να προλάβει να καταλάβει ποιος βρήκε ποιον, η δεύτερη φράση ακούστηκε στερεοφωνική. Η γραμμή έκλεισε.

Γύρισε και είδε το μακρυμάλλη από το μπαράκι, μαζί με κάποιον άλλο που δε φαινόταν στο σκοτάδι να είναι είκοσι βήματα από το θάλαμο και να έρχονται προς το μέρος της. Με κάθε βήμα τους έβλεπε περισσότερο. Όταν το φως έπεσε στο πρόσωπό τους, ένιωσε όλες τις αισθήσεις της να κλείνουν η μία μετά την άλλη. Η λιποθυμία θα ήταν σίγουρη, αν δεν το είχε ξαναπάθει και δεν ήξερε τι να κάνει. Λύγισε την πλάτη της κι έσκυψε το κεφάλι της. Το ένιωσε να βαραίνει από το αίμα που κατέβαινε. Οι αισθήσεις της άρχισαν να επανέρχονται μέσα στον κρύο ιδρώτα που την είχε μουσκέψει περισσότερο κι από τη βροχή. Το μυαλό της της έδινε μια δεύτερη ευκαιρία, όταν το σώμα της είχε αρχίσει να την εγκαταλείπει. Είχαν φτάσει έξω από την πόρτα του θαλάμου.

“Δε γίνεται,” σκέφτηκε σηκώνοντας το κεφάλι της και καρφώνοντας το βλέμμα της στα μάτια του. Χιλιάδες θαμμένες εικόνες γύρισαν στο μυαλό της. Το βλέμμα του πάγωσε στη θέα της κι εκείνη στιγμιαία ένιωσε ότι η δικιά του έκπληξη ήταν μεγαλύτερη. Τόση ψευδαίσθηση όση ακριβώς χρειαζόταν για να το πάρει απόφαση και να βγει. Τρέμοντας ακόμα, κατάφερε να βάλει το ακουστικό στη θέση του. Άνοιξε την πόρτα και μάζεψε όση δύναμη της είχε μείνει σε μία ανάσα:

- Τι κάνεις εσύ εδώ;
- Δεν…
- Δεν υπάρχεις.
- Δεν…
- Όχι, για μένα, δεν υπάρχεις.
- Συγγνώμη.

Ο μακρυμάλλης έπαιζε με κάτι κλειδιά. “Να υποθέσω ότι γνωρίζεστε;” Τον αγνόησαν κι οι δύο όσο τα βλέμματά τους ήταν ακόμα καρφωμένα. “Ναι, καλά… όντως, ηλίθια ατάκα” μονολόγησε. Πέταξε τα κλειδιά στον αέρα προς το μέρος τους, κι αυτά πέρασαν ανάμεσα στα πρόσωπά τους. Το βλέμμα της έσπασε για λίγα δέκατα του δευτερολέπτου από τον ήχο των κλειδιών στο μάρμαρο της πλατφόρμας. Και μετά καρφώθηκε εκεί. Το σήκωσε, και κοίταξε απορρημένη στα μάτια απέναντί της δίνοντάς τους την πρόσκληση που χρόνια ολόκληρα είχαν να δουν. Δύο βλέμματα κατέβηκαν μαζί στο δάπεδο.

“Τι τα κοιτάτε; Δικά σας είναι.”

[ο δρόμος] Δεν έχει τέλος

Βολεύτηκε στον ακριανό πάγκο και κοίταξε γύρω του. Πέρα από μια γυναίκα σ’ έναν τηλεφωνικό θάλαμο ήταν μόνος του κι αυτό κάπως του χτύπησε. Άσχημα. Όταν –για χίλιους δυο παρορμητικούς λόγους– την κάνεις για μέρος που ούτε ξέρεις, ούτε είσαι σε κατάσταση ν’ αποφασίσεις αν θα ‘θελες όντως να γνωρίσεις, τότε δεν καλοδέχεσαι την απουσία συνταξιδιώτη. Κι ας μη μιλήσετε καθόλου, ούτε καν για τον καιρό. Δεν είναι τα λόγια που θα σου λείψουν αλλά η παρατήρηση. Ποιος πηγαίνει εκεί που πας κι εσύ; Έχει φοιτητές; Μαθητές; Βίλες νεόπλουτων με πισίνες; Μετανάστες με νυσταγμένα μάτια, εκδρομείς με λερωμένα σακίδια, ή μόνο μεσήλικες αγρότες με σκαμμένα μούτρα και μυρωδιά από άχυρο; Όσο παρατηρείς το περιβάλλον γύρω σου, το κάνεις δικό σου μ’ έναν παράξενο τρόπο –και το άγνωστο χρειάζεται πάντα κάτι φαινομενικά οικείο να το συνοδεύει όταν το σκέφτεσαι. Όχι γιατί θα οδηγηθείς σε συμπεράσματα που στέκουν, αλλά γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος να κάνεις δική σου την εφήμερη μαγεία του Ταξιδιώτη και να καθυστερήσεις, όσο γίνεται, το αναπόφευκτο ξέσπασμα του Ανθρώπου Που Απλά Το Βάζει Στα Πόδια.

Είχε αρκετή ώρα μπροστά του και κανέναν απολύτως τρόπο να την σκοτώσει. Μέχρι που σκέφτηκε να μετρήσει τα ψιλά του κι αμέσως γέλασε αντανακλαστικά –οι τσέπες του ήταν πιο άδειες κι απ’ το σταθμό. Έβγαλε να στρίψει άλλο ένα τσιγάρο κι απ’ την τσέπη του γλίστρησε, σχεδόν μαγικά, ένα τσαλακωμένο χαρτί. “Πως βρέθηκε αυτό εκεί;” αναρωτήθηκε, με τον θυμό να απλώνεται σιγά-σιγά μέσα του. Νόμιζε ότι είχε ξεφορτωθεί τα πάντα πριν φύγει. Τα πάντα, ναι –όμως αυτό το κωλόχαρτο δε γούσταρε να τον εγκαταλείψει.

Δεν έκανε καμία προσπάθεια να το μαζέψει αλλά συνέχισε να το κοιτάζει. Είχε πέσει απ’ την ανάποδη, οπότε δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς ήταν. Κάποιο γράμμα της ίσως; Από τα τελευταία, τα δακτυλογραφημένα κι εκτυπωμένα στο σαράβαλο inkjet που βούτηξε απ’ το εργαστήριο; Ή μήπως κάποιο από τα πρώτα της, που το καθένα περιείχε τουλάχιστον τρεις φορές τη φράση “σε παρακαλώ, πρέπει να με πιστέψεις..”; Έσφιξε τα δόντια μέχρι που πόνεσε και προσπάθησε να πείσει τα χέρια του να κινηθούν. Τον πρόλαβε όμως μια ξεφτισμένη αρβύλα που προσγειώθηκε βιαστικά πάνω στο χαρτί.

“Γεια”
Ο μακρυμάλλης έκατσε δίπλα του και με ένα νεύμα του έδειξε τον καπνό. Εκείνος του τον έδωσε με ένα σήκωμα των ώμων.
“Δε μου μιλάς ή δε με θυμάσαι;” τον ρώτησε αφού πήρε και τον αναπτήρα του, αυτή τη φορά χωρίς καν να ρωτήσει.
“Φίλε, δε νομίζω ότι γνωριζόμαστε” του απάντησε ασφαλίζοντας τα σύνεργα του καπνίσματος στην τσέπη του κι ετοιμάστηκε να σηκωθεί.
“Είπαμε να τ’ αφήσουμε πίσω μας ρε συ. Όχι να ξεχάσουμε τα πάντα.”
Γύρισε, τον κοίταξε απότομα και η σκέψη του άρχισε να κυλάει ανάποδα με ταχύτητα φωτός.

Παλαιότερα άρθρα »

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.