Ο δρόμος ήταν γεμάτος παρέες που έψαχναν να βρουν το επόμενο μέρος που θα πάνε και ζευγάρια που έψαχναν να αποφύγουν τις παρέες. Κρύο δεν είχε πολύ, τόσο όσο χρειαζόταν για να βλέπει την ανάσα του κάτω από το φως του πλακόστρωτου δρόμου, από αυτούς που κάποιος αποτυχημένος δήμαρχος είχε μετατρέψει σε πεζόδρομο στη μάταιη κούρσα του να αποδείξει στο κόμμα και στους ψηφοφόρους του ότι αξίζει να προαχθεί σε αποτυχημένο βουλευτή.
Σκέφτηκε να μπει στο πρώτο άδειο παρακμιακό μπαρ που θα έβρισκε μπροστά του. Αλλά όσα ήταν άδεια δεν ήταν παρακμιακά, ενώ όσα ήταν παρακμιακά είχαν γίνει της μόδας ας είναι καλά ο ίδιος μαλάκας δήμαρχος που έφτιαξε τους πεζόδρομους. Συνέχισε να περπατάει χωρίς προορισμό και σε κάθε μαγαζί που περνούσε έριχνε μία ματιά μέσα. Δεν ήθελε πολλά, μόνο μια άδεια καρέκλα σε μία μπάρα. Μ’αυτό συμβιβαζόταν πια.
Το μυαλό του γύρισε πίσω στο πρωΐ, τότε που έφτασε, για να ακούσει ότι όσοι λόγοι τον έκαναν να βρίσκεται εκεί έπαυαν να ισχύουν σε δύο δευτερόλεπτα. “Δε στο ζήτησα,” του είπε. Κι έτσι έμεινε σε μία ξένη πόλη να βολοδέρνει για μία ολόκληρη δανεική μέρα. Χωρίς να έχει να πάει κάπου αλλού δίχως να πρέπει να μιλήσει. Και οι λέξεις δεν ήταν στις προτεραιότητές του.
Μηδίασε, βγάζοντας τον αέρα από τη μύτη. Πάγωσε κι αυτός, η θερμοκρασία είχε πέσει κι άλλο. Άρχισε να γυρνάει προς τα πίσω. Πίσω πού; Σ’αυτή την πόλη δεν υπήρχε μπρος και πίσω, μόνο λάθος. Μια σταγόνα του ήρθε στο κεφάλι. “Φθινόπωρο,” σκέφτηκε, βλέποντας ένα ξερό φύλλο να τρέμει στον άνεμο. “Επιτέλους.” Το φύλλο έπεσε στα πόδια του. Όσο εκείνο έκανε το τελευταίο του ταξίδι, το μάτι του έπεσε στο ρολόϊ του.
Η ώρα είχε περάσει επικίνδυνα. Ο ήχος είχε πνιγεί από τη βροχή που άρχιζε να δυναμώνει. Οι παρέες το είχαν διαλύσει και τα ζευγάρια είχαν βρει το δρόμο τους για ένα κρεβάτι. Οι τελευταίοι έβαζαν το κλειδί στην πόρτα. Η πόλη πήγαινε για ύπνο, λίγο πριν ξυπνήσει.
Έτρεξε σ’ενα υπόστεγο. Κοίταξε δεξιά, κοίταξε αριστερά. Κοίταξε ευθεία. Κοίταξε κάτω. Πήρε μια βαθειά ανάσα και σήκωσε το κεφάλι του. Τα φώτα απέναντί του μπορεί να τρεμόσβηναν, αλλά του έδειχναν το δρόμο.
Υπάρχουν αυτοί που κινούνται, κι αυτοί που μένουν στάσιμοι. Αυτοί που ζουν με μια βαλίτσα κι είναι έτοιμοι να φύγουν κι αυτοί που αγοράζουν συνέχεια ντουλάπες και δεν πετάνε ποτέ παλιά ρούχα. Δε σημαίνει ότι οι μεν είναι χειρότεροι από τους δε. Απλά ότι δεν πρέπει να τους βάλεις μαζί. Αν έμενε στο υπόστεγο θα πρόδιδε τους δικούς του.
“Γάμα το.” Έβαλε το χέρι στην τσέπη του παλτού κι έβγαλε ένα πακέτο κίτρινο Golden Virginia. Φίλτρο, χαρτάκι, το γλωσσίδι του πακέτου μεταξύ παράμεσου και μικρού, καπνός στο χαρτί, φίλτρο στην άκρη, στρίψιμο, στρίψιμο, στρίψιμο… Φωτιά, τζούρα, και για μισό δευτερόλεπτο όλες του οι συνάψεις διεγέρθηκαν σε τέλεια συμφωνία. Πέρασε απέναντι.
Έπιασε μία επιγραφή με την άκρη του ματιού του. Κάτι “απαγορεύεται” για κάτι που έμοιαζε σαν “κάπνισμα.” “Γάμα το,” ξανασκέφτηκε. Πέρασε τις διπλές πόρτες, φύσηξε τον καπνό στον αγουροξυπνημένο εκδότη των εισιτηρίων που τον κοίταζε με μισό μάτι, πέρασε το γεφυράκι για τους πεζούς, κι έφτασε στην πλατφόρμα.
Το τρένο έφευγε στις 4:45.
Θυμίζει Ξύλινα Σπαθιά. Δρόμος, τρένο (φάντασμα;;
) μοναξιά μέσα στο πλήθος και η Ατλαντίδα να βράζει κάτω απ’ τα πεζοδρόμια. Κι αφού επιτέλους βρήκα τι μου θυμίζει, κατάφερα να φτιάξω και το επόμενο καρέ
Μυρίζει Σαλονίκη. Σχεδόν ήμουν εκεί που περιγράφεις μόλις τώρα…
Τώρα αν σου πω ότι δεν ήταν η Σαλονίκη μία από τις πόλεις που είχα στο μυαλό μου, ψέματα θα είναι.
ωραία, λοιπόν αυτό ήταν χτύπημα κάτω από τη μέση αλλά δε λέω που… όμως ψήθηκα κι έτσι αναγκάζομαι να κάτσω όλο το ΣΚ να διαβάσω από την αρχή τις ιστορίες σας για να βγάλω άκρη! but U better keep going!
(θα ήταν χρήσιμο ένα widjet στο πλάι με τα λινκ των ιστοριών κατά χρονολογική σειρά διάβολε!)
μα γι’ αυτό υπάρχουν τα περιεχόμενα! για φαντάσου widget με 10+ λίνκια, δε λεει..
έχεις διαβάσει χρηστίδη λένο;
Michail ερώτηση ή δήλωση είναι αυτή; Καλά, κόβω την πλάκα.
Ναι, γιατί;
[...] Κάπου εκεί η προβολή σταμάτησε. Έκλεισε ξανά τα μάτια του και μου είπε να σηκωθώ. Του ζήτησα να μείνω λίγο ακόμα μαζί του. Μου είπε ότι μπορώ να μείνω όσο θέλω, αλλά το μόνο που θα πάρω είναι άλλη μία κουβέντα. Μου είχε πει όσα χρειαζόμουν να ακούσω. Τα υπόλοιπα θα τα ανακάλυπτα στο δρόμο. [...]