Βολεύτηκε στον ακριανό πάγκο και κοίταξε γύρω του. Πέρα από μια γυναίκα σ’ έναν τηλεφωνικό θάλαμο ήταν μόνος του κι αυτό κάπως του χτύπησε. Άσχημα. Όταν –για χίλιους δυο παρορμητικούς λόγους– την κάνεις για μέρος που ούτε ξέρεις, ούτε είσαι σε κατάσταση ν’ αποφασίσεις αν θα ‘θελες όντως να γνωρίσεις, τότε δεν καλοδέχεσαι την απουσία συνταξιδιώτη. Κι ας μη μιλήσετε καθόλου, ούτε καν για τον καιρό. Δεν είναι τα λόγια που θα σου λείψουν αλλά η παρατήρηση. Ποιος πηγαίνει εκεί που πας κι εσύ; Έχει φοιτητές; Μαθητές; Βίλες νεόπλουτων με πισίνες; Μετανάστες με νυσταγμένα μάτια, εκδρομείς με λερωμένα σακίδια, ή μόνο μεσήλικες αγρότες με σκαμμένα μούτρα και μυρωδιά από άχυρο; Όσο παρατηρείς το περιβάλλον γύρω σου, το κάνεις δικό σου μ’ έναν παράξενο τρόπο –και το άγνωστο χρειάζεται πάντα κάτι φαινομενικά οικείο να το συνοδεύει όταν το σκέφτεσαι. Όχι γιατί θα οδηγηθείς σε συμπεράσματα που στέκουν, αλλά γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος να κάνεις δική σου την εφήμερη μαγεία του Ταξιδιώτη και να καθυστερήσεις, όσο γίνεται, το αναπόφευκτο ξέσπασμα του Ανθρώπου Που Απλά Το Βάζει Στα Πόδια.
Είχε αρκετή ώρα μπροστά του και κανέναν απολύτως τρόπο να την σκοτώσει. Μέχρι που σκέφτηκε να μετρήσει τα ψιλά του κι αμέσως γέλασε αντανακλαστικά –οι τσέπες του ήταν πιο άδειες κι απ’ το σταθμό. Έβγαλε να στρίψει άλλο ένα τσιγάρο κι απ’ την τσέπη του γλίστρησε, σχεδόν μαγικά, ένα τσαλακωμένο χαρτί. “Πως βρέθηκε αυτό εκεί;” αναρωτήθηκε, με τον θυμό να απλώνεται σιγά-σιγά μέσα του. Νόμιζε ότι είχε ξεφορτωθεί τα πάντα πριν φύγει. Τα πάντα, ναι –όμως αυτό το κωλόχαρτο δε γούσταρε να τον εγκαταλείψει.
Δεν έκανε καμία προσπάθεια να το μαζέψει αλλά συνέχισε να το κοιτάζει. Είχε πέσει απ’ την ανάποδη, οπότε δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς ήταν. Κάποιο γράμμα της ίσως; Από τα τελευταία, τα δακτυλογραφημένα κι εκτυπωμένα στο σαράβαλο inkjet που βούτηξε απ’ το εργαστήριο; Ή μήπως κάποιο από τα πρώτα της, που το καθένα περιείχε τουλάχιστον τρεις φορές τη φράση “σε παρακαλώ, πρέπει να με πιστέψεις..”; Έσφιξε τα δόντια μέχρι που πόνεσε και προσπάθησε να πείσει τα χέρια του να κινηθούν. Τον πρόλαβε όμως μια ξεφτισμένη αρβύλα που προσγειώθηκε βιαστικά πάνω στο χαρτί.
“Γεια”
Ο μακρυμάλλης έκατσε δίπλα του και με ένα νεύμα του έδειξε τον καπνό. Εκείνος του τον έδωσε με ένα σήκωμα των ώμων.
“Δε μου μιλάς ή δε με θυμάσαι;” τον ρώτησε αφού πήρε και τον αναπτήρα του, αυτή τη φορά χωρίς καν να ρωτήσει.
“Φίλε, δε νομίζω ότι γνωριζόμαστε” του απάντησε ασφαλίζοντας τα σύνεργα του καπνίσματος στην τσέπη του κι ετοιμάστηκε να σηκωθεί.
“Είπαμε να τ’ αφήσουμε πίσω μας ρε συ. Όχι να ξεχάσουμε τα πάντα.”
Γύρισε, τον κοίταξε απότομα και η σκέψη του άρχισε να κυλάει ανάποδα με ταχύτητα φωτός.
Να πω την αλήθεια, μου ήρθε στο μυαλό Leonard Cohen. Βροχή, δύο τύποι που έχουν καιρό να συναντηθούν και έχουν (είχαν;) να ξεχάσουν. Αλλά είναι νωρίς για “a Leonard Cohen afterword” και σε κάθε περίπτωση το Famous Blue Raincoat θέλει και τη Jane του…
…όπως και λίγη ψυχεδέλεια ακόμα.