Έτρεμε όλοκληρη. Από τη μία η βροχή που την πρόλαβε στο δρόμο για το σταθμό, από την άλλη η ένταση. Το κρύωμα που σίγουρα είχε αρπάξει και θα την επισκεπτόταν για τα καλά σε τρεις-τέσσερις μέρες δεν την ένοιαζε, ήξερε τι να κάνει. Το ότι όμως ήταν σ’ένα τηλεφωνικό θάλαμο στις 4 τα ξημερώματα και περίμενε να χτυπήσει το τηλέφωνο πώς να το αντιμετωπίσει; Δεν ήξερε καν ότι τα τηλέφωνα στους θαλάμους έχουν όντως νούμερα μέχρι να βγει από το σπίτι της το απόγευμα — νόμιζε ότι αυτό γινόταν μόνο σε κακόγουστες αμερικάνικες ταινίες.
Όταν ξύπνησε το πρωΐ η πρώτη σκέψη της ήταν ότι αυτή η μέρα είχε μόνο σκοπό να χαθεί. Υποχρεώσεις δεν είχε. Το προηγούμενο βράδυ δεν ήταν κουραστικό, αλλά απλά βαρετό με τα ίδια πρόσωπα και τα ίδια μέρη. Κοίταξε έξω από το παράθυρο και είδε τα σύννεφα να μαζεύονται, αλλά να μη φαίνονται απειλητικά. Το μόνο που ήθελε ήταν ένα καλό βιβλίο και μια ζεστή σοκολάτα. Ο πρώτος της προσωπικός θρίαμβος ήταν ότι τα είχε και τα δύο. Άραξε στον καναπέ και πριν κοιτάξει το ρολόϊ της για δεύτερη φορά είχε φτάσει απόγευμα. Χτύπησε το τηλέφωνο από ένα νούμερο που προσπαθούσε να ξεχάσει αλλά ακόμα δε μπορούσε να αγνοήσει.
- Λέω να πάω από το μπαράκι, θα περάσεις;
- Δε νομίζω.
- Έχω τα πράγματά σου.
- Στείλτα.
- Είναι πολλά και φεύγω αύριο, δεν προλαβαίνω.
- Καλά… θα είμαι εκεί σε κανά δύωρο.
Οι κινήσεις της ήταν αργές όσο ετοιμαζόταν κι αργότερες όσο περπατούσε προς τα εκεί. Η μέρα ακόμα ήταν χαμένη. Οι σκέψεις της άδειες όσο έβλεπε τον ουρανό να μαυρίζει από σύννεφα κι από την ώρα που περνούσε. Όταν έμπαινε στο μαγαζί ήταν πια βράδυ. Κι όσο κι αν δεν το ήθελε, πάλι είχε φτάσει πρώτη. Κοίταξε το άδειο τραπέζι στη γωνία, αλλά προτίμησε να μη δώσει κανένα δικαίωμα. Κάθησε στην άλλη πλευρά, δίπλα στο τζάμι, για να μπορεί να διώξει το βλέμμα της αν χρειαζόταν. Πήρε ένα ξενέρωτο χυμό σε μία ακόμα προσπάθεια να μη δημιουργήσει προσδοκίες.
Το μάτι της έπεσε σε έναν τύπο που στεκόταν στο πεζοδρόμιο με την πλάτη του στη τζαμαρία. Έπαιζε με ένα παλιό κατοστάρικο, από αυτά που είχε να δει χρόνια ολόκληρα και ήταν πια μία ανάμνηση για τον περισσότερο κόσμο. Αφαιρέθηκε και άρχισε να τον παρατηρεί. Το περνούσε από δάχτυλο σε δάχτυλο χωρίς να κοιτάζει το χέρι του, αλλά κοιτάζοντας ψηλά στον ουρανό. Εκείνη χαμογέλασε λίγο, απολαμβάνοντας το θέαμα. Εκεί που συνέχιζε τη μικρή επίδειξη ευλιγισίας δαχτύλων, ο τύπος πέταξε το κέρμα στον αέρα κι εκείνη ασυναίσθητα παρατήρησε την πορεία του μέχρι να αρχίσει να επιστρέφει. Άφησε την προσοχή της τόσο όσο χρειαζόταν για να μην καταλάβει ότι όσο το κέρμα ανταγωνιζόταν τη βαρύτητα σε μια χαμένη μάχη, αυτός της είχε γύρισει πρόσωπο. Πιάνοντας το νόμισμα της πέταξε το πιο επικύνδινο βλέμμα που είχε δει εδώ και καιρό. Της έδειξε το νόμισμα από το τζάμι και με αργό βήμα μπήκε στο μαγαζί. Ήρθε στο τραπέζι της, σε όλη τη διαδρομή έχοντας καρφωμένο το βλέμμα του πάνω της. Άφησε το νόμισμα κι ένα χαρτί στο τραπέζι της.
“Μπορώ να σου αλλάξω τη ζωή.” Κι έτσι, όπως εμφανίστηκε, γύρισε πλάτη κι έφυγε. Το χαρτί έγραφε μόνο “Σταθμός, θάλαμος στην πλατφόρμα. 4πμ. Σήκωσέ το όταν χτυπήσει.”
Τις επόμενες ώρες όλα της φαινόντουσαν λεπτομέρειες. Καταλάβαινε ότι οι αισθήσεις της βαράγαν υπερωρίες όλο το διάστημα, αλλά δεν είχε εικόνες. Δεν είχε την εικόνα του να της δίνει μία σακκούλα με τα πράγματά της, δε θυμόταν το ότι της είπε πως δε θα την ξαναδεί, ή ότι δε μίλησε όταν της είπε ότι περιμένει να του ζητήσει συγγνώμη. Έφυγε από το μπαρ, πέταξε τη σακκούλα στον πρώτο κάδο που βρήκε μπροστά της, έβαλε το κλειδί στην πόρτα του σπιτιού της. Δεν έβγαλε τα ρούχα της, αγνόησε το θόρυβο από το πάρτυ των γειτόνων. Μόνο κοιτούσε το ρολόϊ του τοίχου μέχρι να περάσει η ώρα και με κάθε δευτερόλεπτο ένιωθε κάθε φλέβα της να χτυπάει πιο δυνατά. Σαν υπνωτισμένη, περπάτησε μισή ώρα μέσα στη βροχή, μπήκε στον άδειο σταθμό και ο απών υπνωτιστής αντί να χτυπήσει τα δάχτυλά του και να τη βγάλει από το λήθαργο προτίμησε να πάρει τηλέφωνο.
“Έλα,” ακούστηκε η φωνή από την άλλη άκρη. “Τον βρήκα. Σε βλέπουμε.” Δίχως να προλάβει να καταλάβει ποιος βρήκε ποιον, η δεύτερη φράση ακούστηκε στερεοφωνική. Η γραμμή έκλεισε.
Γύρισε και είδε το μακρυμάλλη από το μπαράκι, μαζί με κάποιον άλλο που δε φαινόταν στο σκοτάδι να είναι είκοσι βήματα από το θάλαμο και να έρχονται προς το μέρος της. Με κάθε βήμα τους έβλεπε περισσότερο. Όταν το φως έπεσε στο πρόσωπό τους, ένιωσε όλες τις αισθήσεις της να κλείνουν η μία μετά την άλλη. Η λιποθυμία θα ήταν σίγουρη, αν δεν το είχε ξαναπάθει και δεν ήξερε τι να κάνει. Λύγισε την πλάτη της κι έσκυψε το κεφάλι της. Το ένιωσε να βαραίνει από το αίμα που κατέβαινε. Οι αισθήσεις της άρχισαν να επανέρχονται μέσα στον κρύο ιδρώτα που την είχε μουσκέψει περισσότερο κι από τη βροχή. Το μυαλό της της έδινε μια δεύτερη ευκαιρία, όταν το σώμα της είχε αρχίσει να την εγκαταλείπει. Είχαν φτάσει έξω από την πόρτα του θαλάμου.
“Δε γίνεται,” σκέφτηκε σηκώνοντας το κεφάλι της και καρφώνοντας το βλέμμα της στα μάτια του. Χιλιάδες θαμμένες εικόνες γύρισαν στο μυαλό της. Το βλέμμα του πάγωσε στη θέα της κι εκείνη στιγμιαία ένιωσε ότι η δικιά του έκπληξη ήταν μεγαλύτερη. Τόση ψευδαίσθηση όση ακριβώς χρειαζόταν για να το πάρει απόφαση και να βγει. Τρέμοντας ακόμα, κατάφερε να βάλει το ακουστικό στη θέση του. Άνοιξε την πόρτα και μάζεψε όση δύναμη της είχε μείνει σε μία ανάσα:
- Τι κάνεις εσύ εδώ;
- Δεν…
- Δεν υπάρχεις.
- Δεν…
- Όχι, για μένα, δεν υπάρχεις.
- Συγγνώμη.
Ο μακρυμάλλης έπαιζε με κάτι κλειδιά. “Να υποθέσω ότι γνωρίζεστε;” Τον αγνόησαν κι οι δύο όσο τα βλέμματά τους ήταν ακόμα καρφωμένα. “Ναι, καλά… όντως, ηλίθια ατάκα” μονολόγησε. Πέταξε τα κλειδιά στον αέρα προς το μέρος τους, κι αυτά πέρασαν ανάμεσα στα πρόσωπά τους. Το βλέμμα της έσπασε για λίγα δέκατα του δευτερολέπτου από τον ήχο των κλειδιών στο μάρμαρο της πλατφόρμας. Και μετά καρφώθηκε εκεί. Το σήκωσε, και κοίταξε απορρημένη στα μάτια απέναντί της δίνοντάς τους την πρόσκληση που χρόνια ολόκληρα είχαν να δουν. Δύο βλέμματα κατέβηκαν μαζί στο δάπεδο.
“Τι τα κοιτάτε; Δικά σας είναι.”
fra-aa-ctal
fra-aa-ctal
πσυχεδέλεια σε ισχυρές δόσεις κι ενισχυμένες στρώσεις, με απαλή κρούστα πουτίγκας και αφρώδη γέμιση marshmellow.
μιαμ!