“I guess it was the beatings made me wise/ but I’m not about to give thanks or apolog-”
Μ’ ένα απότομο σπρώξιμο στην πλάτη, έπεσε μπροστά. Πριν προλάβει να ξαναβρεί την ισορροπία και την ψυχραιμία του, δυο χέρια του τράβηξαν τ’ ακουστικά με δύναμη. Πόνεσε.
“Πας καλά ρε;”
Ένας ξέπνοος ψίθυρος που βρώμαγε τσιγάρο μπούκωσε τα ρουθούνια του και το σπρώξιμο έγινε λαβή που τον κόλλησε στον τοίχο.
“Είπαμε να τα φορέσεις για ξεκάρφωμα, όχι ν’ ακούς κιόλας.”
“Εντάξει, πως κάνεις έτσι; Αφού δεν περνάει ψυχή..”, απάντησε εξίσου λαχανιασμένος απ’ την τρομάρα.
“Ναι αλλά αν. Αν, λέμε.. τότε την πουτσίσαμε. Όλοι.”
Πρέπει να διέκρινε τον φόβο που πέρασε απ’ τα μάτια του, γιατί παρ’ όλο που ήταν ακόμα φορτωμένος, τον άφησε απότομα.
“Άντε, ξεκόλλα τώρα. Ξεκινάμε. Τα μάτια σου δεκατέσσερα κι ο,τι δεις.. ξέρεις”
Ήξερε -για κακή του τύχη- αλλά ένευσε ανόρεχτα, σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να το παίξει άνετος. Στην πραγματικότητα η αδρεναλίνη έβραζε μέσα του και μετά βίας συγκρατιόταν και δεν ορμούσε στο τσούρμο που κρυβόταν στους θάμνους. Χωρίς αμφιβολία γούσταρε που ήταν εκεί, αλλά δεν έπαυε να μισεί το άχαρο καθήκον του τσιλιαδόρου. Έχωσε τα χέρια βαθιά στις τσέπες του κι ευχήθηκε να είχε ένα τσιγάρο. Η αμηχανία τον σκότωνε και σε συνδυασμό με την απόρριψη που -επίτηδες ή όχι- εισέπραττε από τους υπόλοιπους, ένιωθε το λιγότερο νεκροζώντανος. On speed.
Άκουσε τις φωνές τους καθώς απομακρύνονταν.
- Τα έφερες, είναι εντάξει;
- Ναι, ναι. Όλα εδώ.
- Από πού τα πήρ- όχι απ’ το σιδερά ρε γαμώτο! Πες μου ότι δεν τα πήρες απ’ τον σιδερά!
- Και που να βρω ρε μαλάκα λουκέτα κι αλυσίδες -να τα γεννήσω;
- Να πήγαινες στην εθνική ρε, ο χαφιές θα έχει σίγουρα αντικλείδια.
- Ναι, πως. Σιγά μην έχει και τα κλειδιά του Αγίου Πέτρου!
- Σοβαρά, ε; Για πες μου λοιπόν, δε σε ρώτησε τι θα τα κάνεις; Ε; Δε σε ρώτησε;
- Ναι.
- Και;
- Τι “και” ρε μαλάκα, για χαζό μ’ έχεις; Του είπα ότι τα θέλει ο αδερφός μου για τη μάντρα!
Άκουσε την πλαστική σακούλα να σέρνεται, τα μέταλλα να χτυπάνε μεταξύ τους κι έπειτα το γέλιο της καθώς κουνούσε κάτι κλειδιά μπροστά απ’ το πρόσωπό της. Ακριβώς τη στιγμή που της γλίστρησαν απ’ τα χέρια κι έσκασαν στο πεζοδρόμιο, εκείνος, αν και ήταν δέκα μέτρα μακριά κοίταξε αυτόματα κάτω -κι επέστρεψε βίαια στο παρόν. Είδε την ίδια αρμαθιά, σκουριασμένη και δεμένη μ’ ένα ταλαιπωρημένο σύρμα, να πέφτει ανάμεσα στα πόδια του και στα δικά της. Μόνο που αυτή τη φορά δεν τους χώριζαν δέκα μέτρα, αλλά δέκα εκατοστά.
Και δέκα χρόνια.
Ένα fractal, δέκα χρόνια… δεν πειράζει, άπειρο είναι. Έχουμε καιρό.
Τα μυαλά στο μίξερ για το μίγμα της πουτίγκας.