Το τρένο σταμάτησε και ανέβηκαν αμίλητοι. Πέρασαν μέσα από τα μισοφωτισμένα βαγόνια σαν υπνωτισμένοι. Εκείνη εντόπισε πρώτη τη θέση της. Αντίθετα στη φορά του τρένου αλλά -ευτυχώς- δίπλα στο παράθυρο. Τουλάχιστον θα είχε κάτι άλλο να κοιτάζει, γιατί η δική του θέση ήταν η ακριβώς απέναντι.
“Αν σε πειράζει να κάθεσαι ανάποδα.. μπορούμε ν’ αλλάξουμε” της είπε χαμηλόφωνα. Δεν του έριξε ούτε ένα βλέμμα -αντίθετα περιεργάστηκε το υπόλοιπο βαγόνι. Ήταν μόνοι τους κι έτσι δε χρειαζόταν να συγκρατήσει το γέλιο που ξέσπασε μέσα της. Έγειρε το κεφάλι της στο πλάι και το άφησε να βγει -κι αυτό, σωστό κύμα, την παρέσυρε. Τα μάτια της έκλεισαν και υγράνθηκαν, το στήθος της ανεβοκατέβαινε σπαστικά και τα χέρια της, που τόσο ήθελε να βάλει μπροστά στο πρόσωπο όση ώρα γελούσε, απλά δεν την υπάκουγαν.
“Σοβαρά τώρα..” του είπε μόλις ηρέμησε, “πιστεύεις ότι με νοιάζει;”
Της γύρισε την πλάτη και για πρώτη φορά ευχήθηκε να μπορούσε εκείνη να διάβαζε τις σκέψεις του. Αυτό που κάποτε φοβόταν σαν την κατάρα, τώρα το ήθελε όσο τίποτα άλλο στον κόσμο. Γαμώτο. Γαμώτο. Πάντα είχε ένα εκατομμύριο πράγματα στο μυαλό του, ένα εκατομμύριο πράγματα που δεν έπρεπε να ειπωθούν -αλλά τουλάχιστον παλιότερα τα ψέματα έβγαιναν εύκολα. Χωρίς προσπάθεια. Τα έσπρωχνε η ανάγκη -ένα δυνατό συναίσθημα που τώρα είχε ξεφτίσει. Δε γινόταν και διαφορετικά. Είχε ζήσει τόσα χρόνια σύμφωνα με τις επιταγές της, που πλέον την ένιωθε κομμάτι του. Γι’ αυτό και, ενώ την υπολόγιζε, είχε πάψει οριστικά να τη σέβεται.
Το τρένο ξεκίνησε απότομα και τον έπιασε απροετοίμαστο, καθώς προσπαθούσε να στριμώξει τη βαλίτσα του στη σχάρα και τους φόβους του κάπου βαθιά κι απλησίαστα. Γλίστρησε πίσω και το κεφάλι του χτύπησε με φόρα πάνω στην πόρτα. Κάτι φώναξε και προσπάθησε μάταια να κρατηθεί απ’ τον αέρα. Η τσάντα έσκασε στα πόδια του, η μέση του συνάντησε βίαια το πάτωμα και το εισιτήριο που τσαλάκωνε στα χέρια του κατέληξε, με μια στροβιλιστική κίνηση, μπροστά της.
Με μια κλωτσιά παραμέρισε την τσάντα κι ακούμπησε αντανακλαστικά το κεφάλι του. Πονούσε και το ένιωθε σαν αγκαθωτή θερμοφόρα. Δεν είδε αίμα -καλό σημάδι. Προσπάθησε να στηριχτεί στα χέρια του αλλά το τρένο έτρεχε γρήγορα. Γλίστρησε ξανά κι αυτή τη φορά έμεινε εκεί, ξαπλωμένος στο βρώμικο πάτωμα με το οπτικό του πεδίο να θολώνει και να ξεθολώνει σαν χαλασμένο view master. Το σοκ είχε περάσει τα όρια των σκέψεων, επηρέαζε και το σώμα του και για μια στιγμή, πριν τη δει να σηκώνεται, σκέφτηκε ότι πραγματικά, δε θα τον πείραζε να πέθαινε. Εκεί, μ’ αυτόν τον τρόπο. Σε ένα ηλίθιο μέρος, από μια ηλίθια πτώση.
Τον πλησίασε κι εκείνος γέμισε ελπίδα, σίγουρος ότι θα ακούσει κάτι που να δηλώνει ενδιαφέρον -είσαι καλά, χτύπησες- κάποια κλασσική κι αυθόρμητη φράση τέλος πάντων. Οτιδήποτε. Μπορούσε να πιαστεί απ’ το οτιδήποτε, να σηκωθεί, να υποκριθεί πως όλα είναι καλά. Να πνίξει αυτό που ήξεραν και οι δυο -πως όταν βρίσκονται μαζί έχουν το θάνατο στο κατόπι τους.
“Δεν πάμε στο ίδιο μέρος” του είπε ψυχρά και πέταξε το εισιτήριο στο στήθος του.
Ένα flashback ακόμα νομίζω ότι είναι πρέπον. Κι επειδή και “επανάληψη μήτηρ μαθήσεως” let’s go for some of that too.
Γλυκό με μπισκότα πνιγμένα στο γάλα και στο κονιάκ και τίγκα στη μαύρη σοκολάτα.