Η νύχτα ήταν στις τελευταίες της ώρες. Κοιτούσε το ταβάνι, προσπαθώντας να φέρει μπροστά του πιθανά σενάρια για το επόμενο βράδυ. Την άκουσε να ανακατεύεται δίπλα του.
- Ξύπνιος είσαι;
- Ναι.
- Γιατί;
- Δεν έχω ύπνο.
- Σκέφτεσαι για αύριο;
- Σκέφτομαι διάφορα.
- Πες μου.
- Δε χρειάζεται ρε συ, άστο.
- Έλα, εντάξει, ξύπνια είμαι κι εγώ.
- Κοιμήσου.
- Όχι αν ξέρω ότι δεν κοιμάσαι.
- Είναι αργά.
- Και;
- Θα χαράξει σε λίγο.
- Δε θες να μιλήσουμε;
- Αφού σου λέω ότι δε χρειάζεται.
- Ναι, αλλά θέλω.
Ξεφύσηξε και γύρισε ολόκληρος προς τη μεριά της.
- Εντάξει λοιπόν, τι θες να μάθεις;
- Τι σκέφτεσαι.
- Μήπως έκανα μαλακία.
- Μπορούμε να κάνουμε πίσω.
- Αποκλείεται.
- Αν δεν είσαι σίγουρος…
- Δε θα είμαι ποτέ. Αλλά δεν είμαι μόνος στην ιστορία.
- Εντάξει, θα καταλάβουν.
- Ρε συ, αν δεν είμαι εγώ ποιος θα φυλάει;
- Θα βρουν άλλον.
- Κι εσύ;
- Θα βρουν κι άλλη.
- Δεν παίζει. Θα πάμε.
- Εντάξει.
- Εσύ δεν το σκέφτεσαι;
- Αφού θα είσαι εκεί.
- Ναι, αλλά δε θα είμαι δίπλα.
- Θα είσαι εκεί. Αν γίνει στραβή θα μας το πεις.
- Ναι ρε συ, αλλά που ξέρω σε τι φάση θα είστε εσείς;
- Ό,τι και να’ναι, θα προλάβουμε. Εσύ μόνο να έχεις ανοιχτά τα μάτια.
- Τα κλειδιά τα έχεις;
- Όπως μου’πες. Δεν τους είπες τίποτα;
- Όχι, υποτίθεται ότι τα πήρα εγώ.
- Εντάξει, τι θα γίνει, κλειδιά είναι.
- Τους ξέρεις μωρέ, ερωτήσεις και βλακείες.
- Είπαμε, κλειδιά είναι.
- Ναι, αλλά για αυτά γίνονται όλα.
- Κάτσε ρε συ, ένα κουτί θα κουβαλάνε. Έχουμε το λουκέτο και τα κλειδιά, τι να πάει λάθος;
- Τα σκατά που θέλουν να βάλουν μέσα.
- Δε σου έχουν πει τίποτα;
- Όχι, αυτό με ανησυχεί.
- Λες να κάναμε μαλακία;
Πριν προλάβει να απαντήσει, τον διέκοψε το τηλέφωνο. Για κάποιο λόγο κανείς τους δεν τρόμαξε από τον ήχο μέσα στα χαράματα. Σα να το περίμεναν, κάπου στο βάθος του μυαλού τους.
- Άστο.
- Μπορεί να μας θέλουν.
- Λάθος θα είναι.
- Σήκωσέ το.
Πήρε το ακουστικό στα χέρια του. Δεν πρόλαβε να μιλήσει καθόλου, το μόνο που έκανε ήταν να ακούει. Η φωνή από την άλλη άκρη ήταν βραχνή αλλά όχι τόσο δυνατή για να φτάσει στα αυτιά της. Προσπαθούσε να μαντέψει από τους μορφασμούς του, αλλά το πρόσωπό του έμενε ανέκφραστο. “Περίμενε, γιατί;” τον άκουσε να ρωτάει, αλλά να μην παίρνει ποτέ απάντηση.
- Τι έγινε;
Την κοίταξε στα μάτια. Το βλέμμα του ταξίδεψε στο πρόσωπό της. Πέρασε νοητά από τις καμπύλες των χειλιών της, στο σημάδι που είχε δίπλα στο αριστερό της αυτί και μόνο αυτή ενοχλούσε, γύρω από το τόξο των μαλλιών της, πριν κατέβει και καταλήξει πάλι στα μάτια της.
- Κάτι για αύριο.
- Τι;
- Για το κουτί.
- Τι;
Έγειρε προς το μέρος της και της ψιθύρισε στο αυτί. Γύρισε το κεφάλι της προς τον τοίχο. Πήρε μια βαθειά ανάσα. Κι άλλη μία.
- Κρυώνω.
- Μη φοβάσαι.
- Δε φοβάμαι, αλλά κρυώνω.
- Από το φόβο είναι.
- Εντάξει, φοβάμαι.
- Όλα θα πάνε καλά.
Ξαφνικά έβαλε τα γέλια με όλο της το σώμα. Γύρισε να τον κοιτάζει έχοντας σχεδόν δακρύσει. Μέσα στο γέλιο της όμως διέκρινε μία κρυμμένη απορία.
- Τι έπαθες;
- Πώς άλλαξαν πάλι οι ρόλοι…
- Πάντα αυτό δε γίνεται;
- Ε, με μας τους δύο.
Χαμογέλασε και κοίταξε προς το παράθυρο. Ο ουρανός φαινόταν κόκκινος, λίγο πριν το χάραμα. Τράξηξε το πάπλωμα για να τη σκεπάσει.
- Βρέχει.
- Το ακούω.
- Λες να βρέχει αύριο;
- Λες να αλλάξει τίποτα;
- Σοβαρά τώρα, πιστεύεις ότι με νοιάζει;
Οι ρόλοι μπορεί να αλλάζουν. Οι λέξεις ποτέ.
Μέγα μυστήριο αυτό το κουτί. Αναρωτιέμαι τι να έχει μέσα… να είναι κανένα box of rain που έλεγε κι ένα τραγούδι; We’ll find out, I guess, προς το παρόν ας πέσει άλλη μια στρώση bitter στο γλυκό…