Στην κατσαρόλα έβραζε κάτι απροσδιόριστο και η γυναίκα με την ποδιά και την ξινισμένη φάτσα το ανακάτευε μηχανικά, χωρίς να το κοιτάζει. Σαν να το σιχαινόταν.
“Κοίτα να δεις πως έχουν τα πράγματα… πρώτα απ’ όλα δε γουστάρω φασαρίες. Δε με νοιάζει τι σου έχει τάξει ο αδερφός μου. Τώρα στο σπίτι μένω εγώ. Αν έχεις πρόβλημα περίμενέ τον να γυρίσει και μετά κάντε ο,τι καταλαβαίνετε. Αν όμως θες το σπίτι τώρα, it’s my way or the highway. Κατανοητό;”
“Απόλυτα” ψιθύρισε η κοπέλα που στεκόταν στην κάσα της πόρτας.
“Ωραία. Τι το θες το σπίτι λοιπόν;”
“Σου είπα. Για ένα πάρτι”
“Μάλιστα. Γιατί δεν το κάνεις στο δικό σου;”
“Είναι μικρό”
“Θα κόψεις το δούλεμα;”
“Την αλήθεια σου λέω. Δεν έχεις έρθει και ποτέ να το δεις άλλωστε”
“Ναι αλλά δεν είμαι χαζή, παρ’ το χαμπάρι επιτέλους! Τι σόι πάρτι έχετε σχεδιάσει που δε χωράει σ’ ένα τριάρι; Η απλά ψάχνετε ένα κορόιδο να σας δανείσει το σπίτι του για να το κάνετε μπουρδέλο;”
Το φαΐ στην κατσαρόλα φούσκωσε και ο αφρός ξεχείλισε στο μάτι τσιτσιρίζοντας. Τα μάζεψε με μια σιγανή βλαστήμια και συνέχισε ν’ ανακατεύει.
“Λοιπόν;”
“Λοιπόν τι;”
“Τι θα κάνετε στο σπίτι -και σε ρωτάω για τελευταία φορά”
“Σου είπα”
“Τότε δεν το συζητάω. Όχι και πάλι όχι. Πήγαινε τώρα γιατί έχω και δουλειές να κάνω -πραγματικές δουλειές κι όχι να παίζω την κολοκυθιά μεσημεριάτικα”
Χωρίς να μπει στο κόπο να χαιρετίσει της γύρισε την πλάτη και κατέβηκε τα σκαλιά. Κοπάνησε με δύναμη την εξώπορτα και βγήκε στον άδειο δρόμο. Μεσημέρι, ντάλα ήλιος και οι μόνοι άνθρωποι που συνάντησε ήταν κάτι παππούδες που έσερναν τα βήματά τους ως το καφενείο. “Κωλοχώρι” σκέφτηκε και ίσα που συγκρατήθηκε να μην βάλει τα κλάματα. Σταμάτησε σ’ ένα περίπτερο για τσιγάρα και καθώς απομακρυνόταν μ’ ένα βρωμερό άφιλτρο στα χείλια της, χτύπησε το κινητό της.
“Δεν το πήραμε. Κι εγώ τι να έκανα μόνη μου, εδώ δε με άφησε να μπω μέσα, θα της- ναι.. ναι, ακούω..”
Έμεινε σιωπηλή, βηματίζοντας νευρικά πάνω κάτω.
“Κοίτα, το ξέρω, αλλά δεν έχουμε χρόνο. Έμεινε μόνο μια βδομάδα, χρειαζόμαστε κι άλλους. Έστω έναν. Δε γίνεται, κάποιος θα υπάρχει εδώ κοντά. Ναι.. εντάξει, θα περιμένω”
Το μήνυμα παραδόξως δεν άργησε. Το διάβασε ανυπόμονα, έκανε μεταβολή κι άρχισε να τρέχει. Έφτασε στο τέρμα και μπήκε, ακόμα τρέχοντας, στο πρώτο λεωφορείο. Σωριάστηκε σε μια μπροστινή θέση μέχρι να ξαναβρεί την ανάσα της, ενώ ο οδηγός την κοιτούσε εξεταστικά απ’ τον καθρέφτη.
“Εισιτήριο κοπελιά;”
Σηκώθηκε και τον πλησίασε.
“Κάνουμε και χιούμορ… Λοιπόν, το βράδυ πάρε το 7 και σχόλα νωρίτερα. Έχουμε να πάρουμε κόσμο απ’ το σταθμό”
“Πόσοι έρχονται;”
“Ένας, μάλλον. Δεν ξέρω, δεν μου είπε. Σε νοιάζει;”
Ο οδηγός γέλασε στεγνά και έγειρε στο κάθισμά του.
“Όσο νοιάζει κι εσένα. Αλλά αυτά άστα για το βράδυ”
Αποχαιρετήθηκαν μ’ ένα νεύμα και το λεωφορείο ξεκίνησε πριν εκείνη προλάβει ν’ απομακρυνθεί απ’ το χωματόδρομο. Τα μάτια της γέμισαν σκόνη. “Κωλοχώρι”, σκέφτηκε για χιλιοστή φορά και πήρε το δρόμο για το σπίτι της, κλωτσώντας με λύσσα κάθε πέτρα που έβρισκε μπροστά της.
Νομίζω ότι πρέπει να αρχίσουμε να τα συνδυάζουμε, τι λες; Καλή η πσυχεδέλεια και η bitter σοκολάτα, δε λέω, αλλά ας δώσουμε κι ένα προορισμό στο τρένο.
Εντάξει, το κουτί θα είναι πάντα εκεί.