Σηκώθηκε από το πάτωμα του τρένου στηριζόμενος στις θέσεις του βαγονιού. Κοίταξε το μακρυμάλλη που είχε αράξει απέναντι στις δικές τους θέσεις και μ’ένα ηλίθιο χαμόγελο παρατηρούσε ό,τι γινόταν. Με το ίδιο ηλίθιο χαμόγελο ευχαρίστησης που θα είχε ο οποιοσδήποτε βλέποντας το τελευταίο ανεγκέφαλο Αμερικάνικο blockbuster έχοντας μόνη του έννοια το ότι δεν πήρε κι άλλο ποπ-κορν ή μεγαλύτερη κόκα-κόλα πριν ξεκινήσει η ταινία.
“Δεν πάει άλλο,” σκέφτηκε. Όσο του έφευγε η ζαλάδα από το πέσιμο, τόσο του ανέβαινε ο θυμός. Είχε καιρό να το νιώσει. Από τότε που είχε κάνει το “γάμα το” σημαία και την οποιαδήποτε ήττα του την ταξινομούσε ως συγκυρία κι όχι ως δική του αδυναμία. Κοίταξε προς το μέρος της και ένιωσε το αίμα του να βράζει. Πέταξε το εισιτήριό του στο κάθισμα και στάθηκε όρθιος στο διάδρομο με τα χέρια στη μέση. Έκλεισε λίγο τα μάτια του και μόλις ένιωσε το βλέμμα και των δύο να πέφτει πάνω του τα άνοιξε και με μία κραυγή όρμηξε στο μακρυμάλλη. Πριν εκείνος καταλάβει τι γίνεται είχε φάει ήδη δύο σφαλιάρες. Ήταν τόσο θυμωμένος που δεν είχε ούτε πλάνο, ούτε στόχο, ούτε τίποτα η επίθεσή του. Απλά χτυπούσε με όποιο άκρο του μπορούσε και σε όποιο σχήμα αυτό προλάβαινε να πάρει πριν να προσγειωθεί στο σώμα του μακρυμάλλη.
“Κάτσε ρε περίμενε,” φώναξε εκείνος κάτω από τα χέρια του, προσπαθώντας να καλύψει το κορμί του από τα χτυπήματά του. Εκείνη από απέναντι πετάχτηκε και πήγε να τον τραβήξει από τους ώμους. Όταν κατάλαβε τα χέρια της πάνω του γύρισε προς το μέρος της και κόλλησε τα μπράτσα της στο σώμα της. Την πήγε έτσι πίσω στη θέση της ξαναγυρνώντας προς το μέρος του μακρυμάλλη. Πέντε δευτερόλεπτα δουλειά, αλλά αρκετά για να αλλάξουν τις ισορροπίες. Αλλά όχι για περισσότερο από τα επόμενα πέντε δευτερόλεπτα.
Το βλέμμα του έπεσε στο μαχαίρι στα χέρια του μακρυμάλλη.
“Ηρέμησε φίλε, ηρέμησε, δε θέλω να σου κάνω κακό.”
Ένιωθε κάθε σταγόνα του αίματος του να κυλάει μέσα στις αρτηρίες του. Ξανακοίταξε το μαχαίρι και η ίδια φράση κόλλησε στο μυαλό του. “Δεν πάει άλλο.” Με μια κλωτσιά πέταξε το μαχαίρι από το χέρι του. Το άκουσε να χτυπάει με δύναμη στο τζάμι της πόρτας του βαγονιού.
Δεν κινήθηκε. Δε συνέχισε την επίθεση. Δεν είχε νόημα. Δεν άλλαζε τίποτα.
- Πες μου τι θες.
- Κάτσε, ηρέμησε.
Η κοπελιά προσπάθησε να μπει στη συζήτηση. “Τι γίνεται επιτέλους;” “Σκάσε εσύ,” της ήρθε η απάντηση πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση της. Τον ήξερε τόσο καιρό, δεν τον είχε ξαναδεί έτσι. Τόσο απότομο, τόσο ανήμπορο να ελέγξει τις πράξεις και τις λέξεις του και να δρα μόνο με το ένστικτο. Ακόμα και τότε, όταν την έδιωχνε, τα μάτια του είχαν μία ηρεμία που μέσα στη θλίψη της την έκαναν να πιστεύει ότι δεν ήξερε όλη την αλήθεια. Τώρα έβλεπε μόνο θυμό.
- Πες μου τι θες. Γιατί με βρήκες; Γιατί αυτή πάει στο χωριό;
- Γιατί δεν κάνετε λίγη υπομονή; Σε λίγες ώρες…
- Δεν ξέρω γι’αυτή, αλλά εγώ δε γουστάρω.
- Ηρέμησε, αφού ξέρεις ότι θα γινόταν αυτό.
- Κόψε ρε τις μαλακίες, δε σε παίρνει. Δε γουστάρω άλλο. Δε γουστάρω, δε θέλω. Δεν τό’χω σε τίποτα να σε σπάσω στο ξύλο και να κατέβω στον πρώτο σταθμό και να πάτε να γαμηθείτε κι εσύ κι αυτή.
- Εντάξει, θα σου πω, αλλά κάτσε κάτω.
Πήγε ο καθένας πίσω στη θέση του. Το ζευγάρι σε απέναντι καθίσματα, ο μακρυμάλλης από την άλλη πλευρά. “Ακούω,” του είπε, όσο εκείνος έπαιρνε μία βαθιά ανάσα.
“Λοιπόν, θυμάσαι όταν σε βρήκα στο δάσος; Είχες κάνει τη μαλακία σου και είχες αφήσει τη Ζωή να αγοράσει τα κλειδιά, όσο κι αν σου είχαν πει οι άλλοι ότι πρέπει να είσαι σίγουρος ότι θα τα πάρεις από κάπου που δεν υπάρχει άλλη μήτρα.”
Η Ζωή τον κοίταξε απορρημένη. Πρώτα απ’όλα πώς ήξερε ο μακρυμάλλης τ’όνομά της; Και πιο βασικό, κανένας δεν ήξερε για τα κλειδιά πέρα από αυτήν και το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο που είχε απέναντί της. Εκείνος κοίταζε αφηρημένος γιατί ήταν σίγουρος ότι δεν είχε πει στο μακρυμάλλη τη λεπτομέρεια των κλειδιών. Ήταν το μόνο που δεν του είχε πει.
“Μην ψαρώνεις Μάριε, δε μου τό’πες,” ήρθε η επιβεβαίωση. “Πολλά δε μου είπες, αλλά τα ξέρω. Και ξέρεις ότι τα ξέρω.” Ο Μάριος γύρισε το κεφάλι του προς το πάτωμα. “Όχι πάλι,” σκέφτηκε. “Όχι πάλι.”
Ο μακρυμάλλης συνέχισε. “Σου είπα ότι θα σας προστατέψω όλους αρκεί να μου δώσεις τα κλειδιά και να τους διώξεις όλους από την πόλη με πρώτη τη Ζωή. Το κουτί θα ήταν ασφαλές.”
Ο Μάριος σήκωσε το κεφάλι του και τον διέκοψε. “Το έκανα, τι σκατά θέλεις τώρα;”
“Ηρέμησε ρε γαμώτο, ηρέμησε. Δε θέλω τίποτα. Όχι από σας. Σου είπα όμως ότι αυτή η ιστορία είναι τόσο παλιά όσο ο χρόνος, κι επαναλαμβάνεται. Με άλλους χαρακτήρες κάθε φορά. Κι αυτό ήταν το μόνο που έπρεπε να ξέρεις εκείνη την ώρα για να δεχτείς.”
Η Ζωή αφαιρέθηκε και κοίταξε τις αντανακλάσεις τους στο παράθυρο. Είδε το μακρυμάλλη να σηκώνει τα χέρια του και να τα δένει πίσω από το κεφάλι του στηρίζοντάς το στην πλάτη της θέσης του. Την κοίταξε μέσα από την αντανάκλασή του.
“Κάθε δέκα χρόνια. Πάμε να βρούμε τους αντικαταστάτες σας.”
Μιαμμ. Το δεκάπλευρο ζάρι επιτέλους έπεσε κι αφού υπάρχουν ονόματα, υπάρχει και προορισμός.