Βράδιαζε και το σοκάκι δίπλα απ’ τις τουαλέτες του σταθμού γέμιζε απ’ τους τακτικούς θαμώνες του -άντρες κάθε ηλικίας, φυλής και κοινωνικού στάτους. Η κοπέλα έριξε ένα αηδιασμένο βλέμμα κι άναψε τσιγάρο με την καύτρα του προηγούμενου, τείνοντας το πακέτο στον διπλανό της. Χρειάστηκε να του το φέρει κυριολεκτικά μπροστά στα μάτια γιατί το θέαμα τον είχε απορροφήσει. Κάπνισαν σιωπηλοί, ο καθένας χαμένος στις σκέψεις του. Κάποια στιγμή η ανακοίνωση της άφιξης ακούστηκε από τα μεγάφωνα, μαζί με το μακρινό βουητό της μηχανής. Εκείνος πέταξε το τσιγάρο κι έκανε να σηκωθεί, όμως το χέρι της κοπέλας προσγειώθηκε -αυταρχικά και άγρια- στον αυχένα του.
“Κάτσε κάτω. Μπορεί να έρχεται μόνος του. Ας μη φανούμε τελείως απελπισμένοι από τώρα.”
Συνοφρυώθηκε, πήγε ν’ απαντήσει, χάζεψε για λίγο το πάτωμα κι έπειτα έκλεισε το στόμα κι επέστρεψε στη θέση του. Δεν είχε νόημα να της αντιμιλήσει. Ο κόσμος τους βαφόταν αργά αλλά σταθερά με αποχρώσεις του γκρίζου και δε χρειάζονταν πια να κοιτάξουν για να το καταλάβουν. Το ένιωθαν στον αέρα και στη γεύση με την οποία ξυπνούσαν κάθε πρωί. Οπότε -εντάξει. Ας την άφηνε να κάνει το κομμάτι της, ας έκανε κι αυτός το δικό του όποτε παρουσιαζόταν ευκαιρία. Οτιδήποτε για να σπάσει λίγο αυτό το γκρίζο -κι ας κατέληγε μαύρο τις περισσότερες φορές. Ήταν κι αυτό μια αλλαγή.
Το βουητό δυνάμωσε, έγινε θόρυβος και τρίξιμο μετάλλων και το τρένο εμφανίστηκε μπροστά τους. Η μεσαία πόρτα άνοιξε και μετά από μια γιαγιά και δυο πιτσιρίκια που φλυαρούσαν ακατάπαυστα κατέβηκαν δυο τύποι -μαυροντυμένοι, τυλιγμένοι στις σκιές ακόμα κι αν έπεφτε κατευθείαν πάνω τους το φως της πλατφόρμας.
Της ξέφυγε μια βρισιά.
“Τι σου είπα πριν λίγο;”
Γύρισε προς το μέρος της απορημένος.
“Τι; Ήρθαν;”
“Σήκω. Και μη σκας. Δείξε όσο απελπισμένος θέλεις. Το ξέρουν.”
Με δυο βήματα οι τέσσερεις συναντήθηκαν και ο μακρυμάλλης πήρε το λόγο.
“Μάριε, από δω η Κυριακή και ο Άλεξ. Παιδιά, ο Μάριος.”
Παρατήρησε τις ματιές που ανταλλάχθηκαν μεταξύ τους -απόρριψης, υποτίμησης και λάγνου καρφώματος- και γέλασε χαιρέκακα.
“Εμένα θα με συγχωρήσετε, έχω κι ένα τρένο να προλάβω” είπε και χώθηκε πίσω στο βαγόνι. Λες και περίμεναν αυτή του την κίνηση, κανείς τους δεν αντέδρασε. Έμειναν να κοιτάζονται αμήχανα ενώ το τρένο απομακρυνόταν με τον γνωστό, εκνευριστικό του θόρυβο.
“Μάριος είπαμε;” ρώτησε ανάβοντας ακόμα ένα απ’ τα βρωμερά της τσιγάρα. Στο καταφατικό του νεύμα έσκασε ένα ψυχρό χαμόγελο.
“Ούτε εσύ μιλάς πολύ, ε; Καλά, δεν πειράζει. Ελπίζω τουλάχιστον ν’ ακούς περισσότερο απ’ αυτόν εδώ, γιατί-”
“Περίμενε.. εσείς οι δυο.. δεν είστε..”
Τα πρόσωπά τους σκοτείνιασαν μονομιάς. Δάγκωμα χειλιών, σφίξιμο γροθιών και ο Μάριος θα έπαιρνε όρκο ότι μπορούσε να δει τις σπίθες απ’ την ένταση στην ατμόσφαιρα.
“Γιατί..” είπε σιγανά ο Άλεξ, “γιατί το σκέφτηκες αυτό για μας;”
“Δεν ξέρω.. έτσι το είπα” μαζεύτηκε αμέσως κι έτσι όταν η Κυριακή τον βούτηξε απ’ το γιακά, δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Το ξάφνιασμα και οι κοινωνικές συμβάσεις γυναίκα-δημόσιος χώρος τον κράτησαν ακίνητο. Και ξαφνικά του φάνηκε σαν να πάγωσε μαζί του και όλος ο υπόλοιπος κόσμος -σταθμός, ταξιδιώτες, το ρολόι στον τοίχο- αφήνοντας μονάχα τα αγριεμένα μάτια της κοπέλας να τρεμοπαίζουν και τον άλλον να κάνει κύκλους γύρω τους με τα χέρια στις τσέπες, σκυφτός, σαν όρνιο που περιμένει πλησιάζοντας.
“Για να μαντέψω..” άκουσε τη φωνή του Άλεξ κάπου πίσω απ’ την πλάτη του. “Κάποτε είχες μια γκόμενα. Σας στείλανε εκεί που σας στείλανε. Τα σκατώσατε -εσείς ή κάποιοι άλλοι, δεν έχει σημασία. Και τότε εμφανίστηκε ο από μηχανής θεός με την κοτσίδα και σας πρόσφερε τη σωτηρία στο πιάτο -αρκεί να του δίνατε αυτό που απ’ την αρχή ήθελε και να εξαφανιζόσασταν απ’ την πόλη. Καλά το παω μέχρι εδώ;”
Ο δείκτης του ρολογιού άρχισε να τρέμει και ένα ράγισμα φάνηκε στη τζαμαρία του σταθμού. Ένιωσε τα δάχτυλα της Κυριακής να σέρνονται πάνω στο στήθος του. Ανατρίχιασε. Κόλλησε το σώμα της στο δικό του κι ακούμπησε τα χείλη της στο λαιμό του. Η φωνή της ήταν τόσο σιγανή που σχεδόν τη σκέπαζαν οι χτύποι της καρδιάς του.
“Που είναι η γκόμενά σου; Που είναι οι υπόλοιποι; Ήρθες μόνος σου να βοηθήσεις εμάς. Ακόμα να καταλάβεις ποιος θ’ αντικαταστήσει ποιον;”
Ο Μάριος πήρε μια βαθιά ανάσα, προσπάθησε να κατανοήσει αυτά που μόλις άκουσε και κάπου ανάμεσα στη συνειδητοποίηση και την εκπνοή, η τζαμαρία έσπασε μ’ έναν εκκωφαντικό κρότο κι ο χρόνος άρχισε ξανά να κυλάει.
Η σκόνη είναι πάντα εκεί, έτσι δεν είναι; Άλλες φορές είναι η αφετηρία, άλλες η κατάληξη. Μερικές φορές σε πνίγει.