Ο Μάριος έκανε μια σκέψη που δεν ήθελε.
Το τρένο άφηνε τους τελευταίους του ήχους που απο μακρυά ακουγόντουσαν σαν τις τελευταίες ανάσες ενός μισοπεθαμένου, όσο οι φύλακες του σταθμού έτρεχαν γύρω-γύρω βρίζοντας και προσπαθώντας να καταλάβουν τι έχει γίνει. Τρεις μορφές έμεναν σταθερές σα βράχοι πάνω στην πλατφόρμα. Τρεις καρδιές χτυπούσαν σε απόλυτη συμφωνία και σε αφύσικους ρυθμούς, αλλά για τρεις διαφορετικούς λόγους.
- Πάρε τα χέρια σου από πάνω μου, τώρα.
- Πες μου τι γίνεται, τι σου είπε;
- Κοίτα γύρω σου. Ο κόσμος τρέχει, κι εμείς καθόμαστε σα να μην τρέχει τίποτα. Δε σου φτάνουν όλα τ’άλλα, θες κι ερωτήσεις από άσχετους;
Κατέβασε τα χέρια της και προσπάθησε να ξαναβρεί την ανάσα της. Ο Άλεξ πήγε να βάλει το χέρι του στον ώμο της αλλά πριν προλάβει να την ακουμπήσει η Κυριακή γύρισε απότομα και του το εκτροχίασε. “Παράτα με κι εσύ.” Δε μπορούσε να καταλάβει αν αυτό που ένιωθε να ανεβαίνει το στέρνο της ήταν δάκρυα, κραυγή απελπισίας ή αηδία. Έκανε δύο βήματα πίσω.
Ο Άλεξ πήγε στη θέση της μπροστά στο Μάριο σε μία ακόμη καταδικασμένη στην αποτυχία προσπάθεια να πάρει το φως πάνω του. “Πού είναι η γκόμενά σου φίλε; Τι προσπαθείς να αποδείξεις έτσι που ήρθες μόνος; Περιμέναμε περισσότερους.” Ο Μάριος άφησε μία ανάσα απογοήτευσης και με όση ηρεμία του είχε μείνει απάντησε φτιάχνοντας το παλτό του: “Πάμε να φύγουμε από δω και άσε τις ερωτήσεις.” Κοίταξε την Κυριακή που κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Προσπαθούσε να καταλάβει την ηλικία της. Ήταν μικρή.
Ο Μάριος έκανε μια σκέψη που δεν έπρεπε.
Περνώντας μέσα από τους παππούδες που έφτιαχναν τις τραγιάσκες τους, τους φύλακες του σταθμού που τους ρωτούσαν αν είδαν τι έγινε και τα μικρά που τσίριζαν για να φύγουν από τα χέρια των μανάδων τους και να πάνε να δουν τα σπασμένα γυαλιά, βρήκαν την έξοδο. “Πού πάμε;” τους ρώτησε συνεχίζοντας να περπατάει μπροστά τους χωρίς να κόβει το βήμα του. Ασυναίσθητα έβαλε το χέρι του στην τσέπη για να βγάλει τον καπνό του, αλλά πάνω στην κίνηση ένιωσε το τηλέφωνό του να δονείται. Το νούμερο ήταν το δικό της. “Ναι, έφτασα… Όχι, τώρα τους βρήκα… Εντάξει, θα τα πούμε σε λίγο… Κι εγώ.”
Ο Άλεξ άνοιξε βήμα και πήγε δίπλα του. Με τη μικρή απογοήτευση της τελευταίας χαμένης ελπίδας, αλλά και την χαρά του ξένου που βλέπει ένα νέο ζευγάρι να φιλιέται πρώτη φορά στον πλακόστρωτο δρόμο, προσπάθησε να πιάσει συζήτηση.
- Πώς τη λένε;
- Ζωή.
- Πού θες να πάμε;
- Κάπου να κάτσω, είμαι στο δρόμο από τα ξημερώματα.
- Πού είναι η Ζωή;
- Ήρθε το πρωΐ. Θα την δω αργότερα.
Η Κυριακή άκουσε τη συνομιλία κι ήρθε κι αυτή δίπλα τους. “Από πού ήρθατε;” “Τι σε νοιάζει… θα μείνουμε όμως.” Τα μάτια της γυάλισαν στο άκουσμα της φράσης; “Σοβαρά, ήρθατε στη θέση μας; Επιτέλους!” Την κοίταξε και ήταν σαν να έβλεπε το σώμα της να χαλαρώνει, ο ένας μυς μετά τον άλλον. Για μία στιγμή μέσα στο χαμόγελό της του φάνηκε συμπαθητική. Σχεδόν ένιωσε άσχημα που θα έπρεπε να την απογοητεύσει, αλλά επέλεξε να περιμένει και να την αφήσει λίγο ακόμα στην αυταπάτη της. “Τελικά ο Χρίστος είχε δίκιο, όλα γίνονται σωστά,” την άκουσε να συνεχίζει το μονόλογό της, όσο ο Άλεξ κοιτούσε νευρικά γύρω του. Κάτι του έφταιγε, και μόλις είχε αρχίσει να το συνειδητοποιεί. Σ’ένα κεφάλι τριάντα πόντους πιο δίπλα, η συνειδητοποίηση βρισκόταν λίγα βήματα μπροστά. Αποφάσισε να ρωτήσει.
- Γιατί δεν ήρθατε μαζί;
- Μαζί ήρθαμε.
- Όχι, αυτή ήρθε νωρίτερα ενώ ο Χρίστος είναι πάλι στο δρόμο.
- Ναι.
- Περίμενα περισσότερους.
- Δε σου φτάνουν δύο;
- Ναι, αλλά… είστε ζευγάρι;
- Ίσως.
- Δεν καταλαβαίνω.
Τα σύννεφα είχαν αρχίσει πάλι να μαζεύονται.
Η Κυριακή συνέχισε την αισιόδοξη σκέψη της προσπαθώντας να κατευνάσει πρώτα τον Άλεξ και μετά τον εαυτό της. “Άστο ρε παιδί μου, εντάξει, τελείωσε, τώρα θα πάμε να τους βρούμε κάπου να μείνουν, οι άλλοι είναι έτοιμοι, θα βρούμε το μέρος, θα κάνουμε την ανταλλαγή και όλα θα είναι εντάξει. Τελειώσαμε, χαλάλι οι πέντε μήνες που μας είχε ο άλλος στο περίμενε. Πάνε όλα, φεύγουμε.” Σχεδόν χοροπήδησε στο δρόμο και δεν ήθελε καν να ανάψει τσιγάρο. Ο Μάριος την έβλεπε να χαίρεται και να κοιτάζει στον ουρανό περιμένοντας ακόμα τη βροχή που θα ξέπλενε τη βρώμα από πάνω της.
“Πέντε μήνες, ε;” ρώτησε ο Μάριος. “Ναι ρε γαμώτο, πέντε μήνες, αλλά άξιζαν όλα…” συνέχισε η Κυριακή. Μία αστραπή φώτισε τα κουρασμένα πρόσωπά τους.
Ο Μάριος άφησε τη σκέψη του να γίνει λέξεις:
“Δεν ξέρω πόσο θα μείνω με τη Ζωή, αλλά εσείς δε φεύγετε από εδώ. Όχι έτσι τουλάχιστον. Και δεν είμαστε οι αντικαστάτες σας, αλλά εσείς οι δικοί μας.”